9 Μαρ 2010

Από την "Ελλάδα-σύμβολο" στο Focus ! του Προέδρου τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη

Μαζί με όλους τούς συμπατριώτες μας αναρωτιέμαι κι εγώ πώς οι Ευρωπαίοι ιστορικά και συνειδησιακά πέρασαν από την «Ελλάδα τού φιλελληνισμού»  σε μια «Ελλάδα τού ανθελληνισμού». Πώς συνέβη η πάλαι ποτέ «Ελλάδα-σύμβολο» να γίνει μια «Ελλάδα-αποδιοπομπαίος τράγος»; Τι έφταιξε στο να μεταβληθεί η «Ελλάδα-αντικείμενο σεβασμού» σε «Ελλάδα-αντικείμενο χλεύης»; Πώς μια  μικρή αλλά καταξιωμένη στη συνείδηση των Ευρωπαίων χώρα  μετετράπη σε μια χώρα απαξιωμένη σε ανησυχητική κλίμακα.
Είναι μόνο η οικονομική εξαθλίωση τής χώρας σε δημοσιονομικό επίπεδο μαζί με την αναδυόμενη δυσοσμία τής διαφθοράς σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, που μάς εξέθεσαν ανεπανόρθωτα; Είναι μόνο τα «στατιστικά μαγειρέματα» που μάς απαξιώνουν ηθικά, καταβυθίζοντας την αξιοπιστία μας; Είναι η υπερχρέωσή μας συνδυασμένη με μια προκλητική καλοπέραση και ξεγνοιασιά των Ελλήνων, που γέννησαν τον φθόνο των μονίμως οικονομικά πιεσμένων Ευρωπαίων; Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί ξένων πολιτικών ανδρών και αξιωματούχων τής Ενωμένης Ευρώπης, οι προπηλακισμοί μεγάλης μερίδας τού Ξένου Τύπου, η χλεύη τού (λαϊκού) περιοδικού Focus ως αποκορύφωμα, αυτά όλα είναι ξαφνικές εκρήξεις μπροστά σε μια οικονομική κατάρρευση που απειλεί την Ελλάδα και που φοβούνται οι εταίροι μας μήπως συμπαρασύρει  την οικονομική σταθερότητα ολόκληρης τής Ευρώπης; Ή είναι μόνο, όπως ελέχθη,  μια συγκυριακή απουσία στην Ευρώπη ικανής, εμπνευσμένης και εμπνέουσας ηγεσίας που πλήττει σήμερα την Ελλάδα και δι’ αυτής την ίδια την ιδέα τής Ενωμένης Ευρώπης;
 Δεν έχω ούτε την πρόθεση ούτε τις γνώσεις να αμφισβητήσω  ή να ελαχιστοποιήσω  τη σημασία τού οικονομικού παράγοντα στην απαξίωση τής Ελλάδος. Ωστόσο, φρονώ ότι αυτή η αναντίρρητα υπαρκτή αιτία δεν είναι παρά η κορυφή τού παγόβουνου. Τα πραγματικά αίτια απαξίωσης τής Ελλάδος είναι βαθύτερα και υφέρποντα τις τελευταίες δεκαετίες.  Διότι δεν μπορεί  κανείς εύκολα να εξηγήσει πώς  ο σεβασμός και η αγάπη που έτρεφαν παλαιότερα  για τον ελληνικό πολιτισμό, για τον Ελληνισμό και την Ελλάδα  κολοσσοί τής γερμανικής επιστήμης με διεθνές κύρος, όπως ο μεγαλύτερος κλασικός φιλόλογος τής Ευρώπης ο Γερμανός Ulrich von Wilamowitz ή ο Γερμανός ιδρυτής τής Βυζαντινολογίας Karl Krumbacher ή ο  Γερμανός φιλόλογος και φιλόσοφος καθηγητής Werner Jaeger, ο συγγραφέας τού κλασικού έργου Paideia (Die Formung des griechischen Menschen), πώς όλος αυτός ο ενθουσιασμός και η ελληνολατρία ξέφτυσαν βαθμηδόν σ’ έναν διάχυτο αρνητισμό απέναντι στη χώρα μας και στους Έλληνες.
 Και πώς συμβαίνει ακόμη να κλείνουν η μία μετά την άλλη οι έδρες ελληνικών σπουδών στα πανεπιστήμια τής Δυτικής Ευρώπης, με τελευταίες να κινδυνεύουν σήμερα οι έδρες στο Καίμπριτζ και στο King’s College τού Λονδίνου; Γιατί φθίνουν, είναι αλήθεια, οι ελληνικές σπουδές στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια; Είναι μόνο η έλλειψη  χρηματοδότησης και ο περιορισμένος  αριθμός φοιτητών ή το πρόβλημα ξεκινάει από μια αίσθηση ότι αυτές οι σπουδές δεν σημαίνουν πια τίποτε για τους Ευρωπαίους;
 Συναντάμε πια στην Ευρώπη ή στην Ελλάδα ή αλλού νεότερους σε ηλικία Ευρωπαίους και Ευρωπαίες που να σού απαγγέλλουν περήφανα κάποιους στίχους τού Ομήρου ή τού Σοφοκλή ή ένα απόσπασμα τού Πλάτωνος ή τού Θουκυδίδη, όπως συνέβαινε πολύ συχνά στο παρελθόν; Όχι! Προτείνω, λοιπόν, να πιάσουμε το νήμα  από αυτό ακριβώς το σημείο και να ξετυλίξουμε από εδώ το κουβάρι τής αποκοπής αρχικά και τής άγνοιας και  απαξίωσης, εν τέλει, τής Ελλάδας και των Ελλήνων.
Έχω γράψει επανειλημμένως στις φιλόξενες στήλες τού Βήματος ότι έχουν βαθμηδόν χαθεί οι φυσικοί υποστηρικτές μας, οι φίλοι έως και «πνευματικοί εραστές» τής Ελλάδος, που δεν ήταν άλλοι από τις χιλιάδες των νέων ανθρώπων οι οποίοι ως μαθητές  στα Γυμνάσια-Λύκεια τής Ευρώπης διδάσκονταν τα ανθρωπιστικά γράμματα, μάθαιναν  τις κλασικές γλώσσες και λογοτεχνίες, γνώριζαν και εκτιμούσαν  τους αντίστοιχους πολιτισμούς (ελληνικό και ρωμαϊκό). Αυτοί οι νέοι που είχαν έλθει σε επαφή με τον ελληνικό στοχασμό, τις ανθρωπιστικές αξίες, τους ελληνικούς πολιτειακούς θεσμούς, τη φιλοσοφία, την υψηλή τέχνη, τον δυτικό  γενικά πολιτισμό όπως ξεκίνησε από τον ελληνικό ορθό λόγο και τη ρωμαϊκή διοίκηση και νομοθεσία και βεβαίως με  τον χριστιανισμό που διαδόθηκε με το ελληνικά γραμμένο Ευαγγέλιο, αυτοί οι νέοι ήταν γνώστες και θαυμαστές μιας παιδείας που είχε άμεση αναφορά στην Ελλάδα και στον πολιτισμό της, σε προσωπικότητες και μυθικές μορφές των Ελλήνων, μιας Ευρώπης με ρίζες, με πνευματική ιστορία και με όνομα. Στη θέση αυτής τής Παιδείας και τής Εκπαίδευσης, τα τελευταία χρόνια –με την ανοχή τη δική μας, των Ιταλών, των Γάλλων, των Αγγλων, των Γερμανών και άλλων Ευρωπαίων με παράδοση στα ανθρωπιστικά γράμματα– κυριάρχησε μια χρησιμοθηρική αντίληψη για το περιεχόμενο και τους σκοπούς τής Εκπαίδευσης, προερχόμενη κυρίως από απαίδευτους τεχνοκράτες, μια αντίληψη που μετρούσε και μετράει τα πάντα με οικονομικούς δείκτες, με δείκτες πρακτικής και οικονομικά εξαργυρώσιμης γνώσης, με αποθέωση τής γνώσης των Η/Υ, τής γνώσης τής Αγγλικής (εις βάρος τής πολύτιμης γλωσσικής πολυμορφίας) και, γενικότερα, τής απόκτησης εξαργυρώσιμων πληροφοριών σε διάφορους κλάδους. Έτσι εκδιώχθηκαν από την ευρωπαϊκή εκπαίδευση τα ανθρωπιστικά κλασικά γράμματα και η κοινή πολύτιμη πολιτιστική κληρονομιά τής Ευρωπαϊκής Αναγέννησης.
 Αποτέλεσμα: οι Ευρωπαίοι τα τελευταία χρόνια ούτε τις ρίζες και την πολιτιστική παράδοση και ταυτότητα τής Ευρώπης γνωρίζουν, ό,τι δηλ. βαθύτερα και ουσιαστικά τους συνδέει, ούτε καμία γνώση και συμπάθεια τρέφουν για χώρες και λαούς όπως οι Έλληνες, τους οποίους γνωρίζουν πλέον μόνο από τα δελτία ειδήσεων τής τηλεόρασης και ενίοτε από τουριστικές πληροφορίες. Μια ποδοσφαιρική νίκη από ελληνική ομάδα ή μια τρομοκρατική ενέργεια στην Αθήνα, μια ενοχλητική διαδήλωση ή μια υπόθεση διαφθοράς είναι συνήθως ό,τι φθάνει εις γνώσιν τους και ανάλογα είναι πλέον τα αισθήματα που τρέφουν για την Ελλάδα και τους Έλληνες.
 Αν λοιπόν  δεν αγωνιστούμε –με μακροπρόθεσμη στρατηγική και κατάλληλες συμμαχίες– να επανέλθει η ανθρωπιστική παιδεία στα ευρωπαϊκά σχολεία, όχι μόνο για να αλλάξει η αντίληψη για τον ελληνικό πολιτισμό, αλλά για να ξαναβρεί η ευρωπαϊκή εκπαίδευση τις ρίζες και τις ιστορικές και ιδεολογικές αναφορές και αξίες της και  αν δεν εξασφαλιστεί παράλληλα μια επαγγελματική διέξοδος μέσα από τη διδασκαλία των ανθρωπιστικών γραμμάτων στην Εκπαίδευση, μια διέξοδος δηλ.  που θα οδηγήσει νέους ανθρώπους να ακολουθήσουν ανθρωπιστικές σπουδές και να ξαναζωντανέψουν έτσι τα αντίστοιχα Τμήματα στα Πανεπιστήμια, τότε όποια οικονομική ανάκαμψη και ανάπτυξη κι αν γίνει στη μικρή Ελλάδα δεν θα οδηγήσει ποτέ  από μόνη της σε μια ουσιαστική  αναβάθμιση τής εικόνας της στο εξωτερικό που γεννιέται αβίαστα  σε όσους εξ απαλών ονύχων είχαν την ευκαιρία να έλθουν σε επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό.
 Τέλος, έστω και μέσα από αυτή την πικρή εμπειρία που ζούμε  πρέπει ως χώρα να πιστέψουμε, να σχεδιάσουμε και να δώσουμε έμφαση και προτεραιότητα στην καλλιέργεια και προβολή  τού πολιτισμού μας, συμπεριλαμβανομένου, βεβαίως, τού σύγχρονου πολιτισμού μας (γιατί δεν μπορούμε, φυσικά, να ζούμε μόνο με αναφορές στο παρελθόν !). Και κυρίως πρέπει να βρούμε τρόπους να  προβάλλουμε συνεχώς τον πολιτισμό μας, αρχαίο, βυζαντινό και νέο,  στο εξωτερικό, ξανακερδίζοντας το κύρος, την απήχηση και την εκτίμηση των Ευρωπαίων Εταίρων. Είναι το μόνο που μπορεί να βοηθήσει μακροπρόθεσμα σε μια διαφορετική  αντιμετώπιση τής χώρας μας ακόμη και στο οικονομικό επίπεδο.
Σήμερα πληρώνουμε ακριβά τη μακρόχρονη πολιτική αβελτηρία μας να υποβαθμίζουμε σταθερά εντός Ελλάδος το μόνο πολύτιμο κεφάλαιο που διαθέτουμε σ’  αυτή τη γωνιά τής γης, τον διαχρονικό πολιτισμό μας. Με τα  ψιχία τού προϋπολογισμού που δαπανούμε γι’  αυτόν μέσα στη χώρα και, κυρίως, με τα ψιχία που διαθέτουμε για την προβολή τού ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό, πρώτοι εμείς  απαξιώνουμε αυτή τη χώρα. Γι’ αυτό και  είμαστε άξιοι τής τύχης μας, μόνο που δεν αξίζει την ίδια τύχη κι αυτή η πατρίδα, αυτός  ο τόπος ο μικρός ο μέγας.
Άρθρο τού Προέδρου τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (7 Μαρτίου 2010)

8 Μαρ 2010

Mνήμη των Aγίων μεγάλων τεσσαράκοντα Mαρτύρων, των εν Σεβαστεία τη πόλει μαρτυρησάντων.

[Μάρτυρες Τεσσαράκοντα, Αγγίας Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Αγλάιος Μάρτυς ο δεσμοφύλαξ των Τεσσαράκοντα, Αέτιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Αθανάσιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ακάκιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Αλέξανδρος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Βιβιανός Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Γάιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Γοργόνιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα (1), Γοργόνιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα (2), Δομετιανός Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Δόμνος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Εκδίκιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ευνοϊκός Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ευτυχής Μάρτυς, είς των Τεσσαράκοντα, Ευτύχιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ηλιανός Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ηλίας Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ηράκλειος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ησύχιος είς των Τεσσαράκοντα, Θεόδουλος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Θεόφιλος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ιωάννης Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Κλαύδιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Κύριλλος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Κυρίων Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Λυσίμαχος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Μάρτυρες Τεσσαράκοντα οι εν Σεβαστεία, Μελίτων Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Νικόλαος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ξανθίας Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ουάλης Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Ουαλλέριος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Πρίσκος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Σακερδώς Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Σεβηριανός Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Σισίνιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Σμάραγδος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Φιλοκτίμων Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Φλάβιος Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα, Χουδίων Μάρτυς είς των Τεσσαράκοντα]

Tω αυτώ μηνί Θ΄, μνήμη των Aγίων μεγάλων τεσσαράκοντα Mαρτύρων, των εν Σεβαστεία τη πόλει μαρτυρησάντων.
 
Πληρούμεν υστέρημα σου Σώτερ πάθους,
Tεσσαράκοντα συντριβέντες τα σκέλη.
Aμφ’ ενάτην εάγη σκέλε ανδρών τεσσαράκοντα.

Oύτοι οι Άγιοι τεσσαράκοντα Mάρτυρες εκατάγοντο μεν, από διαφόρους πατρίδας. Όλοι δε ήτον στρατιώται, υποκάτω εις ένα αρχιστράτηγον, κατά τους χρόνους Λικινίου βασιλέως εν έτει τκ΄ [320]. Πιασθέντες δε διά την εις Xριστόν πίστιν και εξετασθέντες, πρώτον μεν φορούν αλυσίδας και δεσμά και παραδίδονται εις την φυλακήν, έπειτα δε κτυπώνται με πέτρας εις τα πρόσωπα και εις τα στόματα. Aι δε πέτραι ριπτόμεναι, δεν εκτύπουν τους Mάρτυρας, αλλά γυρίζουσαι οπίσω, εκτύπουν εκείνους, οπού τας έρριπτον. Έπειτα εις ένα καιρόν, οπού έγινε ψύχρα και πάγος πολύς, και μάλιστα εις την χώραν της Σεβαστείας, ήτις έχει ξεχωριστήν ψύχραν από λόγου της, εις ένα λέγω τοιούτον ψυχρότατον καιρόν, εκαταδικάσθησαν οι μακάριοι ούτοι Mάρτυρες, να βαλθούν γυμνοί μέσα εις την λίμνην της πόλεως. Eπειδή δε ένας από τους τεσσαράκοντα μικροψυχήσας, επήγεν εις το λουτρόν, το οποίον ήτον εκεί κοντά αναμμένον, και παρευθύς οπού του εκτύπησεν η θέρμη του λουτρού διελύθη, διά τούτο ο φύλαξ, οπού εφύλαττεν έξω, βλέπωντας τούτο, εμβήκε μόνος του εις την λίμνην, και αντί εκείνου του λειποτάκτου, κατέστησε τον εαυτόν του μετά των Aγίων Mαρτύρων. Παρεκινήθη δε εις τούτο εξ αιτίας τοιαύτης. Προ του να υπάγη εις το λουτρόν ο ολιγόψυχος εκείνος, είδεν ο φύλαξ ένα ουράνιον φως, οπού επερικύκλονε τους Aγίους Mάρτυρας. Oμοίως είδε και στεφάνους λαμπρούς οπού ήτον επάνω εις τας κεφαλάς του καθ’ ενός. Ένας δε μόνον από αυτούς, έμεινεν αστεφάνωτος1.
      Όταν δε εξημέρωσεν, επειδή οι Άγιοι, ήτον μεν λειποθυμισμένοι, ακόμη δε ήτον ζωντανοί, διά τούτο ετζακίσθησαν εις τα σκέλη, και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού, και έλαβον τους αμαράντους στεφάνους του μαρτυρίου. Πολλά δε επιθυμητός ήτον εις τους τότε Xριστιανούς ο υπέρ Xριστού θάνατος, και δήλον εκ τούτου. Ένας γαρ Mάρτυς από τους τεσσαράκοντα, νέος κατά την ηλικίαν, Mελίτων κατά το όνομα, δεν είχεν αποθάνη. Όθεν ο τύραννος επρόσταξε να μη τζακίσουν τα σκέλη του, αλλά να τον αφήσουν απείρακτον, νομίζωντας, ότι με το να ήτον νέος και δυνατός εις το σώμα, έχει να ζήση, ίσως δε και να μεταστραφή από την πίστιν του Xριστού. Όθεν βλέπουσα αυτόν η μήτηρ του ακόμη ζωντανόν, και φοβουμένη, μήπως διά το νεαρόν και φιλόζωον δειλιάση, και ευρεθή ανάξιος της τιμής και τάξεως των συστρατιωτών του, διά τούτο έστεκε κοντά εις τον υιόν της και εκτείνουσα τας χείρας της εις αυτόν, με σχήμα, και με βλέμμα, και με κάθε λογής τρόπον εσπούδαζε να εμβάση θάρρος και ανδρίαν εις την καρδίαν του. Tέκνον εμοί γλυκύτατον, λέγουσα, τέκνον ήδη του Oυρανίου Πατρός. Oλίγον ακόμη υπόμεινον, διά να γένης τέλειος Mάρτυς Xριστού, μη φοβηθής τας βασάνους, ιδού αοράτως παραστέκεται ο Xριστός βοηθός. Aκόμη ολίγον τέκνον μου, και πλέον δεν θέλεις λάβης κανένα λυπηρόν, ούτε κανένα επίπονον. Όλα τα βάσανα επέρασαν, όλα τα δεινά ενίκησας με την ανδρίαν σου. Xαρά θέλει σε δεχθή μετά ταύτα, ηδονή, άνεσις, ευφροσύνη, άλλα αγαθά, τα οποία θέλεις απολαύσεις, συμβασιλεύωντας με τον Xριστόν, και πρεσβευτής γενόμενος εις αυτόν διά εμέ την μητέρα σου.
      Eπειδή δε είδεν η φιλόθεος μήτηρ, ότι οι στρατιώται έβαλαν τα λείψανα των Aγίων επάνω εις τας αμάξας, τον δε υιόν της αφήκαν, με ελπίδα ίσως και ζήση, τούτου χάριν η καλή και ανδρεία μήτηρ, νομίσασα την ζωήν ταύτην του υιού της, ότι είναι περισσότερον θάνατος, παρά ζωή, εκαταφρόνησε μεν την ασθένειαν της γυναικός, αλησμόνησε δε και τα σπλάγχνα τα μητρικά, και σηκώσασα τον υιόν της επάνω εις τους ώμους της, ηκολούθει οπίσω εις τας αμάξας μεγαλοψύχως. Eπληροφορείτο γαρ η μακαρία, ότι τότε θέλει ιδή ζωντανόν τον υιόν της, όταν τον ιδή διά τον Xριστόν αποθαμμένον. Όταν δε είδε, πως παρέδωκε την ψυχήν του, φερόμενος επάνω εις τους ώμους της, τότε ελευθερωθείσα από κάθε φροντίδα, εχόρευε και εσκίρτα διά το τοιούτον χαροποιόν τέλος του υιού της. Όθεν φέρουσα το λείψανόν του έως εις τον τόπον, οπού ήτον τα άλλα λείψανα των Aγίων, εκεί απέθεσε το φίλτατον τέκνον της, και με τους άλλους συστρατιώτας τούτο εσυναρίθμησεν, ίνα μηδέ το σώμα του χωρισθή από τα σώματα των Aγίων, με τας ψυχάς των οποίων εσπούδαζε να συναριθμήση και την ψυχήν του υιού της.
      Aνάψαντες δε οι στρατιώται μεγάλην πυρκαϊάν, κατέκαυσαν τα σώματα των Aγίων. Έπειτα εί τι έμειναν, τα έρριψαν εις τον ποταμόν, φθονούντες να μη λάβουν αυτά οι Xριστιανοί. Aλλ’ όμως κατά θείαν οικονομίαν, εσυνάχθησαν τα άγια λείψανα εις ένα κρημνόν του ποταμού, τα οποία πέρνοντές τινες Xριστιανοί, εχάρισαν αυτά εις τους Oρθοδόξους πλούτον ασύλητον. Tελείται δε των τεσσαράκοντα τούτων η Σύναξις και εορτή, εις τον αγιώτατον και μαρτυρικώτατον αυτών Nαόν, τον ευρισκόμενον κοντά εις το Xάλκινον τετράπυλον. (Όρα τον κατά πλάτος Bίον αυτών εις τον Nέον Θησαυρόν2.)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όρα και τον Mέγαν Bασίλειον εν τω εις τους τεσσαράκοντα τούτους Mάρτυρας εγκωμίω λέγοντα, ότι προ του να εύγη ο ολιγόψυχος εκείνος από την λίμνην, είδεν ο φύλαξ τα ανωτέρω. Oύτω γάρ φησιν· «Ως δε, οι μεν, ηγωνίζοντο, ο δε, επετήρει το εκβησόμενον, είδε θέαμα ξένον, δυνάμεις τινας εξ Oυρανού κατιούσας, και οίον παρά βασιλέως δωρεάς μεγάλας διανεμούσας τοις στρατιώταις. Aι, τοις μεν άλλοις πάσι, διήρουν τα δώρα. Ένα δε μόνον, αφήκαν αγέραστον, ανάξιον κρίνασαι των Oυρανίων τιμών. Oς ευθύς προς τους πόνους απαγορεύσας, προς τους εναντίους απηυτομόλησε». Σημείωσαι, ότι εκ του εγκωμίου τούτου του προς τους τεσσαράκοντα του Mεγάλου Bασιλείου, αυτολεξεί είναι ερανισμένα και τα τρία σχεδόν τροπάρια του εσπερινού των Aγίων: ήγουν το «Φέροντες τα παρόντα γενναίως» και τα λοιπά. Kαι τούτο δε σημείωσαι, ότι εν τω δοξαστικώ των αποστίχων, τω περιέχοντι τα ονόματα των Aγίων τεσσαράκοντα, αριθμούνται ονόματα τριάντα εννέα, και ουχί τεσσαράκοντα. Λείπει δε το όνομα του δεσμοφύλακος, όστις αντί του λειποτακτήσαντος, εισήλθεν εις την λίμνην και ήθλησεν. Ωνομάζετο δε, Aγλάιος, ως εν τω κατά πλάτος Bίω των Aγίων αναφέρεται. Όθεν πρέπει και αυτό να προστίθεται εκεί απαραιτήτως, ίνα μη κολοβός είη ο αριθμός των τεσσαράκοντα.

2. Σημείωσαι, ότι εγκώμιον έχει εις τους τεσσαράκοντα και ο Nύσσης Γρηγόριος, και ο Aστέριος Eπίσκοπος Aμασείας, είναι δε ελληνικά. Tο δε εγκώμιον του Mεγάλου Bασιλείου, μετεφράσθη μεν παρ’ άλλου εις το απλούν, εδιωρθώθη δε, παρ’ εμού. Eυρίσκονται δε πάντα εις την Iεράν και βασιλικήν Mονήν του Ξηροποτάμου. Kαι τούτο δε σημείωσαι, ότι έν τινι χειρογράφω βιβλίω του Tυπικαρείου της των Iβήρων Mονής, ευρίσκεται είς Kανών παρακλητικός, προς τους τεσσαράκοντα. Eν δε τη Λαύρα και εν τη Mονή των Iβήρων σώζεται και το ελληνικόν των τεσσαράκοντα Mαρτύριον, ου η αρχή· «Eίχε μεν των Pωμαίων σκήπτρα Λικίνιος». Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα ευρίσκεται έτι διήγησις περί αυτών και των ονομάτων αυτών, ης η αρχή· «Kατά τους καιρούς Λικινίου του βασιλέως, ην διωγμός μέγας των Xριστιανών». Έχει δε και εγκώμιον εις αυτούς ο Άγιος Eφραίμ, ου η αρχή· «Eικόνα μαρτυρικήν διαγράψαι βούλομαι». (Tόμ. β΄ της εν Pώμη εκδόσεως.)
 
Aπό το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005

7 Μαρ 2010

Αγιότητα: Δύσκολη μα όχι ακατόρθωτη, του Αρχιμ. π. Εφραίμ Παναούση.


Μπορώ να γίνω Άγιος; Είναι εφικτό αυτό σήμερα που τα πάντα φαίνονται να εναντιώνονται στην πορεία του ανθρώπου προς το Θεό; Μα ήταν ποτέ εύκολο να γίνει κάποιος Άγιος; Μήπως τα συναξάρια των μαρτύρων των πρώτων χριστιανικών χρόνων δε μιλούν για τους αγώνες και τα παλαίσματα που κάθε άλλο παρά ανώδυνα ήταν; Μήπως οι ασκητικοί ιδρώτες των πατέρων και οι ομολογίες των Νεομαρτύρων με το τίμημα της ζωής τους ήταν ο εύκολος δρόμος; Μήπως το να αγιάσει κανείς ήταν ποτέ εύκολο;  Η απάντηση είναι μία: Όχι. Η Αγιότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκούσια συνοδοιπορία με τον πρώτο Μάρτυρα: το Χριστό. Αν ο Ιησούς μαστιγώθηκε, σταυρώθηκε και έπαθε για μας, εμείς πώς αλλιώς μπορούμε να Τον ακολουθήσουμε παρά βαδίζοντας το δρόμο της Θυσίας Του;
Κάποτε μια γερόντισσα είδε στον ύπνο της ένα ολάνθιστο περιβόλι με Αγίους. Ζήλεψε η γερόντισσα και ρώτησε έναν Άγγελο: «Πώς θα μπορούσα να ’ρθω και να χαίρομαι μαζί σας;»  Κι ο Άγγελος έδειξε ένα μικρό μονοπάτι δύσβατο, γεμάτο θάμνους και αγριάδες. «Από ’δω να περάσεις.» της είπε. Φοβήθηκε η γερόντισσα. «Μα πώς θα περάσω; Θα πληγωθώ. Θα ματώσω.» Κι ο Άγγελος της αποκρίθηκε με τρόπο που δεν έπαιρνε αντίρρηση. «Όλοι οι Άγιοι από εδώ περάσανε».
Κάθε φορά που φέρνω στο νου μου αυτή την ιστορία σκέφτομαι πως δεν υπάρχει Άγιος που να πέρασε ανέφελο και ατάραχο βίο. Δεν υπάρχει άνθρωπος του Θεού που να μη γεύθηκε το καμίνι των πειρασμών και τις δοκιμασίες της ζωής. Ο αββάς Ισαάκ μάς είχε έγκαιρα προειδοποιήσει: «Βγάλε τους πειρασμούς και δε σώζεται κανείς». Οι Άγιοι γίνονται μιμητές του πρώτου μάρτυρα: του Χριστού. Ο δρόμος της Αγιότητας δεν είναι εύκολος, λένε οι Άγιοι Πατέρες, αλλά δεν είναι και ακατόρθωτος. Το πρώτο μας υπαγορεύει να είμαστε πάντοτε σε εγρήγορση και αγώνα. Το δεύτερο δεν μας απελπίζει και δε ματαιώνει την προσπάθειά μας.

ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΚΑΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ Ι.Ν. ΑΓ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

6 Μαρ 2010

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Γράφει ο μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης.

Βρισκόμαστε στο μέσον της Σαρακοστής και σταθμεύουμε ενώπιον του σταυρού, για να τον προσκυνήσουμε. Στεκόμαστε στη σκιά του. Τον ατενίζουμε και εμπνεόμαστε. Η στάθμευση αυτή παρακινεί σε προσωπική σταύρωση παθών αντίθετων, άγριων, που ταράζουν, στεναχωρούν και θλίβουν.

Η παθοκτονία είναι συνήθως επώδυνη. Η εσωτερική καθαρότητα θα χαρίσει στον άνθρωπο ειρήνη και αληθινή χαρά. Ακόμη και οι χριστιανοί συχνά εξαντλούν την προσοχή τους στο φαίνεσθαι και όχι στο είναι. Στον καθορισμό του έξωθεν του ποτηρίου και όχι του εσωτερικού, όπως έκαναν οι υποκριτές Φαρισαίοι, τους οποίους επιτίμησε αυστηρά ο Χριστός. Λέει κανείς ότι έκλεψε και όχι ότι σκέφθηκε να κλέψει σε μία εξομολόγηση.
Δίχως κεκαθαρμένη διάνοια, ο άνθρωπος θα είναι σκοτισμένος και ταραγμένος. Ο εμπαθής άνθρωπος είναι πονεμένος. Η ψυχή είναι τριμερής. Αποτελείται από το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Έτσι, οι σκέψεις είναι τριών κατηγοριών και όταν ο νους είναι ακάθαρτος: βλάσφημες, πονηρές και αισχρές. Η εμπάθεια γεννά λογισμούς που καταταλαιπωρούν τον άνθρωπο. Το κακό νομίζει ότι είναι μόνο εξωτερικό και όχι εσωτερικό. Έτσι, ο σύγχρονος άνθρωπος πλησιάζει την Εκκλησία με μία μαγική αντίληψη, όπως πηγαίνει σε έναν αγύρτη κι ένα πλάνο μόνο και μόνο για να απαλλαγεί από το κακό και να μην πονά. Μα έτσι μεγαλώνει ο πόνος του αντί να μειώνεται.
Οι άνθρωποι σήμερα, κυνηγώντας την άπονη ζωή, πονούν πιο πολύ. Η Δύση κραυγάζει: Κουρασθήκαμε να ’μαστε ξεκούραστοι. Η σημερινή υπερκαταναλωτική κοινωνία της ευμάρειας, τη ευδαιμονίας και της καλοπέρασης αντί να δώσει άνεση χάρισε στον κόσμο ανία μεγάλη.
Ενώπιον του σταυρού καλείται ο άνθρωπος να ξελαχανιάσει, να συγκεντρωθεί, να συμμαζέψει το νου του, τον αλήτη νου, να περάσει από τα συνεχή ετεροπαρατήρηση στην αυτοπαρατήρηση, από την εύκολη κριτική στη δύσκολη αυτοκριτική να δει κατάματα τον γυμνό, άγνωστο και δίκαια απαιτητικό εαυτό του. Η θέα του σταυρού εμπνέει τη σταύρωση των παθών. Ο πόνος αυτός θα προσφέρει μεταμόρφωση και ανάσταση. Η ταπείνωση είναι ο φύλακας της καρδιάς, να μην παρασυρθεί από την οίηση, που αποτελεί αγιάτρευτο πόνο. Ο γυμνός του σταυρού διδάσκει μέσα από τον άφατο πόνο τη χαροποιό ταπείνωση. Αυτό είναι το μυστικό του πόνου.
Ο εαυτούλης, καλοπερασάκιας, καλοβολεμένος, χασομέρης και αταπείνωτος άνθρωπος επειδή έχει παρασυρθεί από την επηρμένη και την αντιασκητική νέα εποχή πονά πολύ, φοβάται τον πόνο, τρέμει το θάνατο, αγωνιά και άγχεται φοβερά και δεν θέλει κανένα σταυρό. Μη θέλοντας να αυτοσταυρωθεί διόλου επιτρέπει ο Θεός διάφορους σταυρούς - πόνους, παιδαγωγικά, για να τον συνδράμει στην αποτίναξη της νωχέλειας, της νοσηρής εμπιστοσύνης απόλυτα στην ύλη.
Στην επηρμένη και υπερφίαλη εποχή μας ο σταυρός προσπερνάται και αντιπαρέρχεται. Ο σταυρωμένος τους αγκαλιάζει όλους και αυτούς που τον σταυρώνουν. Εμείς ενώπιον του σταυρού δεν λέμε ποιήματα αλλά προσευχές, που είναι πάντοτες τα καλύτερα ποιήματα, ζυμωμένα από τα πολλά δάκρυα των πολλών πονεμένων.
Πηγή: εφημ. Μακεδονία, 30/3/08

4 Μαρ 2010

Συλλογή υπογραφών για το τμήμα βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών στο King's College (Λονδίνο)

Συνεχίζεται η συλλογή υπογραφών για να μην κλείσει το τμήμα βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών στο King's College (Λονδίνο).
Όποιοι επιθυμούν, μπορούν να υπογράψουν την επιστολή διαμαρτυρίας, που απευθύνεται στον πρύτανη του πανεπιστημίου, στον ακόλουθο σύνδεσμο:


Πηγή: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

http://www.greek-language.gr/greekLang/portal/blog/archive/2010/03/02/2358.html

3 Μαρ 2010

Η ιδεολογία του καπιταλισμού του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου

Στην ανθρωπότητα σήμερα επικρατούν δύο κυρίαρχες στάσεις ζωής που μετατρέπονται σε δύο ιδεολογίες, ήτοι ο δυτικός ατομικισμός και ο ανατολικός κολεκτιβισμός. Στον δυτικό ατομικισμό, που χαρακτηρίζεται ως φιλελευθερισμός, κυριαρχεί η ελευθερία του ατόμου και ο ανταγωνισμός εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, ενώ στον ανατολικό κολεκτιβισμό επικρατεί η κυριαρχία του κράτους, που υπονομεύει την ελευθερία του ανθρώπου. Και στις δύο περιπτώσεις καταστρατηγείται ο άνθρωπος ως πρόσωπο και η ανθρώπινη κοινωνία, ως κοινωνία προσώπων.

Τα δύο αυτά συστήματα ζωής και ιδεολογικά πρότυπα εκφράζονται στην κοινωνική πραγματικότητα. Ο φιλελευθερισμός κυριαρχεί στη Δύση και ως κέντρο έχει την Αμερική, τη «Μέκκα» της παγκοσμιοποίησης, και ο κολεκτιβισμός εκφράσθηκε στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, αλλά εν πολλοίς και σε χώρες της Απω Ανατολής.
Και στις δύο περιπτώσεις κυρίαρχη θέση κατέχει το κεφάλαιο και απλώς διαφοροποιείται στο ποιος το κατέχει και το διαχειρίζεται. Στον φιλελευθερισμό το κεφάλαιο καταλήγει στους λίγους και κινείται εν πολλοίς ανεξέλεγκτα, με την αρχή της αυτορρύθμισης της αγοράς, ενώ στον κολεκτιβισμό-κομμουνισμό το κεφάλαιο κρατικοποιείται. Και στις δύο περιπτώσεις ο απλός λαός βασανίζεται, με τη διαφορά ότι αυτό το βάσανο προέρχεται άλλοτε από την ολιγαρχία μερικών μεγιστάνων του πλούτου και άλλοτε από το αδηφάγο κράτος. Ετσι, ο καπιταλισμός-κεφαλοκρατία δείχνει παντού το σκληρό πρόσωπό του.
Εχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο καπιταλισμός είναι δημιούργημα του δυτικού ατομικισμού και κυρίως της προτεσταντικής ηθικής, όπως απέδειξε ο Max Weber, και αποβλέπει στη συσσώρευση του πλούτου από τους λίγους, ενώ ο μαρξισμός που προήλθε από τις απόψεις του Marx είναι αντίδραση στον καπιταλισμό και ενδιαφέρεται για το κοινωνικό σύνολο. Στο βάθος τους όμως και τα δύο αυτά συστήματα είναι γεννήματα της ίδιας δυτικής μεταφυσικής, αφού ο Μαρξ ήταν Γερμανοεβραίος και μεγαλωμένος στη Δύση και οι θεωρίες του γεννήθηκαν στον δυτικό «χώρο», αλλά μεταφέρθηκαν στην Ανατολή, γιατί εκεί προϋπήρχε η πρακτική του Ορθοδόξου Χριστιανισμού με τις αρχές της κοινοκτημοσύνης και της κοινοχρησίας και έτσι μπορούσαν να εφαρμοσθούν.

2 Μαρ 2010

Ο ληστής Σταμάτης πρώτος κάτοικος των Καρουλιών

Ο Ληστής αυτός Σταμάτης είχε μεγάλη δράση στα περίχωρα της Χαλκιδικής και κατά καιρούς φαίνεται πως έκανε ληστείες και μέσα στο Άγιο Όρος.

Μια μέρα αποφάσισε, με δυο παλικάρια του, να ληστέψει ένα από τα Κελλιά, που βρίσκεται σε κάπως μακρινή απόσταση από τις Καρυές και είναι μεμονωμένο από τα άλλα γύρω Κελιά. Το Κελί αυτό ανήκει σαν εξάρτημα στην Ιερά Μονή του Παντοκράτορα κι έχει εκκλησία έπ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου του «Φανερωμένου», είναι πολύ παλιό και όπως μου διηγήθηκαν: Ό σεβαστός Γέροντας μου Ιωακείμ Μοναχός, και τελευταία με βεβαίωσαν και ή συνοδεία των αδελφών Δανιηλαίων, πού κι αυτοί είχαν ακούσει την υπόθεση αυτή από τους Γεροντάδες τους, κι εκείνοι από τον πάππου τους, Γέροντα Δανιήλ τον πρώτον, ότι πριν από 200 χρόνια πήγε ό Ληστής αυτός να ληστέψει το Κελί αυτό πού είχε φήμη πώς ήταν ένα από τα πιο πλούσια Κελιά των Καρυών.
Όπως είναι γνωστό, στα χρόνια της Τουρκικής σκλαβιάς, όλα τα βουνά της Πατρίδας μας ήταν γεμάτα από Ληστές και ληστοσυμμορίες.
Οι ληστές αυτοί κατασκόπευσαν και έμαθαν πώς στο Κελί αυτό μένουν δυο Γεροντάκια αδύνατα και έχουν χρήμα πολύ. Τούτο παρακίνησε τους ληστές να κάνουν την επιχείρηση της ληστείας τους.
Τα μεσάνυχτα πήγαν στο Κελί αυτό, χτύπησαν την πόρτα. Μια φωνή ακούστηκε από μέσα να ρωτάει ποιος είναι πού κτυπά την πόρτα; και τι θέλει τέτοια ώρα; Οι ληστές δε μίλησαν –παρά επέμεναν να χτυπούν την πόρτα και προστακτικά ό αρχηγός τους Σταμάτης είπε: Ανοιχτέ μας είμαστε ξένοι και θέλουμε να φιλοξενηθούμε.
Ένα παλικάρι τους άνοιξε την πόρτα και τους ρώτησε τι θέλετε τέτοια ώρα; Γιατί ήρθατε εδώ; Αυτοί όπως ήταν αρματωμένοι είπανε θέλουμε το Γέροντα, είναι ανάγκη, παραξενεύτηκαν όμως πού είδαν πώς στο Κελί αυτό υπάρχει και νέος, διότι αυτοί γνώριζαν πώς μόνο δύο γέροι άρρωστοι μένουν εκεί, ό νέος που βρέθηκε; Το παλικάρι τους οδήγησε στον Ξενώνα, το λεγόμενο «Αρχονταρίκι» και τους είπε: «Καθίστε κει ώσπου να φωνάξω το Γέροντα».
Οΐ ληστές κάθισαν και περίμεναν για ναρθει ό Γέροντας. Πέρασε μια ώρα, πέρασαν δυο, μα ό Γέροντας δε φαινόταν ναρθει, ούτε άλλος κανείς, αλλά βασίλευε απόλυτη σιγή και ησυχία σ' όλο το σπίτι. Τότε οι ληστές έχασαν την υπομονή τους και δοκίμασαν να σηκωθούν, για να ληστέψουν όπως αρχικά είχαν αποφασίσει και να πάρουν ότι πολύτιμο υπήρχε από χρήμα μέχρι κανδήλια ασημικά κι ότι άλλο θα έβρισκαν, αλλά δεν μπορούσαν να κουνηθούν ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε χέρια ούτε πόδια μπορούσαν να κουνήσουν και σαν να ήταν δεμένοι χεροπόδαρα, δεν μπορούσαν καθόλου να σαλέψουν από τη θέση τους.
Άρχισαν τότε να φωνάζουν και να ζητούν βοήθεια, οι πάνοπλοι ληστές από τους αδύνατους και άρρωστους Γεροντάδες. Από τίς φωνές τους ξύπνησαν τα Γεροντάκια, πετάχτηκαν τρομαγμένα από τον ύπνο, έτρεξαν κει πού ακούγονταν οι φωνές —στο Αρχονταρίκι— και τι να ιδούν! Οί ληστές φαίνονταν μεν ελεύθεροι, αλλά δεν μπορούσαν να κουνηθούν από τις θέσεις τους. Οί Γέροντες τους ρώτησαν: Ποιοι είσθε σεις; τι θέλετε δω; Πώς ήρθατε, πώς μπήκατε μέσα στο σπίτι μας; Ποιος σας άνοιξε την πόρτα και σας έβαλε μέσα;
Οί ληστές στην αρχή φώναζαν, απειλούσαν Κι έλεγαν: «θα σας σφάξουμε σαν τα κατσίκια, μας κάματε μαγεία για να μη μπορούμε να κουνηθούμε, λύστε μας αν θέλετε το καλό σας, γιατί μας δέσατε; Εμείς είμαστε καλοί άνθρωποι, δεν ήρθαμε να σας κάνουμε κακό.
Τέλος, αφού κατάλαβαν πώς ήταν πιο αδύνατοι από τα Γεροντάκια και δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, άρχισαν με κλάματα να παρακαλούν για να τους λύσουν.
Οί Γέροντες πάλι, με ήρεμο και ταπεινό τρόπο, τους ρώτησαν: «Πώς βρεθήκατε αδελφοί μέσα στο σπίτι μας; Ποιος σας άνοιξε, και τι θέλετε από μας;»
Οι ληστές απάντησαν κλαίγοντας, για το κακό πού τους βρήκε, και είπαν, με παρακλητικό τώρα τρόπο: «Γεροντάδες Ένα παλικάρι μας άνοιξε την πόρτα, μας έβαλε δω να καθίσουμε και μας είπε να περιμένουμε ώσπου νά έρθετε και σεις».
Οί Γέροντες κατάλαβαν πώς κάποιο θαύμα πρέπει νά έγινε, τρέξανε στην εκκλησία, πήραν την εικόνα του αγίου μεγαλομάρτυρας Γεωργίου και την έδειξαν στους Ληστές. Έντρομοι τότε εκείνοι, ,άμα είδαν την εικόνα, με ένα στόμα είπαν: «Ναι, αυτός είναι πού μας άνοιξε» κι αμέσως μετανοιωμένοι αναπήδησαν από τις θέσεις τους, έπεσαν και προσκύνησαν την εικόνα του αγίου Γεωργίου και με χαρά αναφώνησαν ότι αυτός είναι, πού μας φανερώθηκε και τώρα μας λευτέρωσε από τα αόρατα δεσμά μας. Μετανόησαν για τις πράξεις τους, έκαμαν πολλά δώρα και εικόνα στο Κελί αυτό, του Αγίου Γεωργίου, και από τότε πήρε το όνομα «Άγιος Γεώργιος ό Φανερωμένος».
Ό ληστής αυτός, μετά από το μεγάλο αυτό θαύμα πού του συνέβη, και όπως με βεβαίωσε ή Συνοδεία των Δανιηλαίων, μετανοιωμένος άφησε το επάγγελμα του ληστή και πήγε στα Καρούλια. Εκεί έκτισε μικρή ασκητική Καλύβα και εκκλησάκι έπ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου. έγινε Μοναχός με το όνομα Σταμάτης. Λέγουν ότι αυτός είναι ό πρώτος πού κατοίκησε στα Καρούλια. Βρήκε τη γαλήνη στην έρημο αυτή, βρήκε την ειρήνη της ψυχής του και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του με ειλικρινή μετάνοια και συντριβή, εξομολογούμενος καθ' ήμερα τα αμαρτήματα του, προχώρησε στην πνευματική ζωή τόσο, πού καθώς έγραφε στο Γέροντα Δανιήλ τον Κατουνακιώτη, ό Λαυριώτης Μοναχός και μετέπειτα Μητροπολίτης Κορυτσάς και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Εύλόγιος Κουρίλας, ότι βρήκε στα πρακτικά της Μεγίστης Λαύρας, να γράφουν πως «ο Γέρων Σταμάτης, πρώην ληστής στα Καρούλια, είχε τέλος όσιακό και ήταν άγιος Μοναχός».

1 Μαρ 2010

Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς: Ὁ ἁπλοϊκὸς ποιμὴν τῶν ἁπλῶν προβάτων, του Φώτη Κόντογλου

Τὸ πανάγιο καὶ γλυκύτατο στόμα, ποὺ ὅ,τι εἶπε εἶναι ἀλήθεια, λάλησε καὶ τοῦτα τὰ λόγια ποὺ ἀναπαύουν τὴν καρδιὰ κάθε ἀνθρώπου: «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται. Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται». Ὅσο κουραστικὸς εἶναι ὁ κακὸς καὶ πονηρὸς ἄνθρωπος, ἄλλο τόσο ξεκουραστικὸς εἶναι ὁ καλὸς καὶ εὐλαβής. Ὁ προφήτης Δαυὶδ λέγει γιὰ τὸν κακόν: «ὑπὸ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ κόπος καὶ πόνος». Κ’ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τὸν κακὸ
τὸν ἄνθρωπο πολὺ σωστὰ τὸν λέγανε «μοχθηρόν», ποὺ θὰ πῆ «κουραστικός». Κι αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ἄνθρωπος δὲν εἶναι μοναχὰ κουραστικὸς γιὰ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ κι ὁ ἴδιος εἶναι κουρασμένος ἀπὸ τὶς πονηρὲς ἔγνοιες του, ἐνῷ ὁ καλόψυχος καὶ ἁπλὸς εἶναι ξεκούραστος. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶπε: «Ἐλάτε
σὲ μένα οἱ κουρασμένοι κ’ οἱ φορτωμένοι, κ’ ἐγὼ θὰ σᾶς ξεκουράσω». Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια δὲν κάλεσε κοντά του μοναχὰ ὅσους εἶναι κουρασμένοι ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὶς δυστυχίες τῆς ζωῆς, ἀλλὰ κάλεσε κ’ ἐκείνους ποὺ εἶναι κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι μὲ τὶς μάταιες γνώσεις, μὲ τὶς μάταιες φροντίδες καὶ μὲ τὶς πολύπλοκες πονηριὲς ποὺ ρίχνουν τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπελπισία τῆς ἀπιστίας. Ἡ ὁμιλία τοῦ καλοῦ ἀνθρώπου ξεκουράζει καὶ εἰρηνεύει, γιατὶ εἶναι ἴσια, ἁπλὴ κ’ εἰλικρινής, κ’ ἡ ψυχή μας εὐχαριστιέται νὰ τὸν ἀκούη, σὰν τὸν στρατοκόπο ποὺ ξεδιψᾶ ἀπὸ τὸ δροσερὸ νεράκι τῆς ἐρημικῆς βρυσούλας. Ὁ κόσμος ἂς πορεύεται στὸν δρόμο του, «εἰς τὴν εὐρύχωρον ὁδὸν τὴν ἀπάγουσαν εἰς τὴν ἀπώλειαν» (Ματθ. ζ΄ 13). Οἱ λίγοι ποὺ ξεστρατίζουνε ἀπ’ αὐτὸν τὸν δρόμο, ζοῦνε μὲν κρυφὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, περιφρονημένοι καὶ περιπαιγμένοι, μὰ αὐτοὶ ἔχουνε τὴ μακάρια ἐλπίδα, ποὺ εἶναι «ἀθανασία
πλήρης». Οἱ ἄλλοι εἶναι, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα». Γιὰ τοῦτο κι ὁ μακάριος καὶ ἀθῶος γέροντας, ὁ παπα-Νικόλας ὁ Πλανᾶς, ἔζησε χαρούμενος σὰν νἄτανε παιδάκι,
«ἐν ἱλαρότητι», μ’ ὅλες τὶς πίκρες ποὺ πέρασε, ἐπειδὴ εἶχε μέσα του τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ποὺ λέγεται Παράκλητος, δηλαδὴ Παρηγορητής, γιατὶ ὅποιος εἶναι φωτισμένος ἀπ’ αὐτό, ἔχει τὴν παρηγοριὰ ποὺ νικᾶ ὅλες τὶς πίκρες, κι ἀχτινοβολᾶ τὸ πρόσωπό του. Σ’ αὐτὸν ἡ περιφρόνηση γίνεται εὐπρόσδεκτη μὲ χαρά, ἡ φτώχεια κ’ ἡ στέρηση γίνεται πλοῦτος, ἡ κακομεταχείριση ἀλλάζει σὲ τιμή, τὸ μίσος σὲ ἀγάπη, ἡ ἀπελπισία σὲ μακάρια ἐλπίδα, ἡ θλίψη σὲ χαρά. Ἀληθινά, εἶναι βλογημένοι καὶ καλότυχοι ὅσοι καταλάβανε γρήγορα τὴν πίκρα ποὺ βρίσκεται μέσα στὶς χαρὲς τοῦ κόσμου καὶ πήγανε κοντὰ στὸν Χριστὸ ποὺ μακάρισε «τοὺς πτωχοὺς τῷ πνεύματι, τοὺς πενθοῦντας, τοὺς πραεῖς, τοὺς ἐλεήμονας, τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ, τοὺς εἰρηνοποιούς». Οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ σαρκικὸ φρόνημα ἂς τοὺς νομίζουν δυστυχισμένους, παραπεταμένους, περιφρονημένους, ἀκοινώνητους, ἄχαρους, στερημένους, πικραμένους. Αὐτοὶ οἱ καλότυχοι ἔχουν πάρει δῶρο ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἀλλάζουν θαυμαστὰ τὸ πένθος σὲ χαρά, τὸ δάκρυο σὲ ἀγαλλίαση, καὶ σὲ ὅσα εἴπαμε παραπάνω. Σ’ αὐτοὺς γίνεται τὸ μυστήριο ἐκείνης τῆς θαυμαστῆς καταστάσεως ποὺ λέγεται ἀπὸ τοὺς Πατέρας «χαρμολύπη ἢ χαροποιὸν πένθος». Τοῦτα εἶναι τὰ δῶρα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι ἀκατανόητα στοὺς σαρκικοὺς ἀνθρώπους, καὶ ποὺ γιὰ νὰ τὰ πῆ κανένας μεταχειρίζεται καὶ καινούργιες λέξεις, ὅπως εἶναι ἡ «χαρμολύπη». Αὐτὴ εἶναι ἡ καινούργια γλώσσα ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς θὰ λαλήσουν ὅσοι θὰ πιστέψουν σ’ αὐτόν: «Γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς» (Μαρκ. ιστ΄ 17). Γιὰ τὸν χριστιανό, δὲν ὑπάρχει δραστικώτερο δίδαγμα ἀπὸ τὸ νὰ διαβάζη τὴ ζωὴ ἑνὸς ἁγίου, πρὸ πάντων ἑνὸς ἀνθρώπου
ποὺ ἔζησε στὸν καιρό του, καὶ ποὺ φάνηκε πὼς ἤτανε ἅγιος ἀπὸ μόνος του, χωρὶς νὰ συντελέση σ’ αὐτὸ μήτε κανένας θόρυβος γι’ αὐτόν, μήτε κανένα ἐγκώμιο εἰπωμένο ἀπὸ κάποιον ἐπίσημον
ἄνθρωπο. Μάλιστα, ἐκεῖνος ποὺ τὸν πιστέψανε γιὰ ἅγιο, φαινότανε ἀπὸ κάθε τί ποὺ ἔκανε καὶ ποὺ ἔλεγε, πὼς δὲν εἶχε καμμιὰ ἰδέα γιὰ τὴν ἁγιωσύνη του, ἀλλὰ τὸ δάκρυο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὰ μάτια του, ἐνῷ προσπαθοῦσε νὰ ζῆ κρυμμένος καὶ μοναχιασμένος, «ὡς στρουθίον μονᾶζον ἐπὶ δώματος». Ἡ χαρά του κ’ ἡ ζωή του ἤτανε νὰ λατρεύη τὸν Θεὸ «ἡμέρας καὶ νυκτός», νὰ κάνη Λειτουργίες, ἀγρυπνίες, ἑσπερινούς, παρακλήσεις, ἁγιασμούς, εὐχέλαια, μνημόσυνα. Ἔξω ἀπὸ αὐτά, ζωὴ καὶ εὐτυχία δὲν ὑπῆρχε γιὰ τὸν γέροντα, γιὰ τὸν «παππού», γιὰ τὸν παπα-Νικόλα, κατὰ τὸν προφήτη Δαυὶδ ποὺ λέγει: «Μίαν ᾐτησάμην παρὰ Κυρίου, ταύτην ζητήσω, τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου. Τοῦ θεωρεῖν με τὴν τερπνότητα Κυρίου, τοῦ ἐπισκέπτεσθαι τὸν ναὸν τὸν ἅγιον αὐτοῦ» (Ψαλμ. κστ΄ 4). Καὶ μὲ τὴν ἄσβεστη δίψα ποὺ εἶχε νὰ ἱερουργῆ, μαζὶ μὲ τὴν ἁπλοϊκὴ συνοδεία του παράσερνε καὶ τοὺς ἀδιάφορους καὶ τοὺς ἀκατάνυκτους, καὶ τοὺς ἔκανε χριστιανούς. Ἡ συνοδεία του ἤτανε τὰ τέκνα του, υἱοὶ καὶ θυγατέρες τοῦ Χριστοῦ, εὐλογημένη συντροφιά, ποὺ στὴ μέση εἴχανε τὸν ἀθῶο γέροντα γιὰ ὁδηγό, τὸν καλὸν ποιμένα, ποὺ ὁδηγοῦσε τὰ
πρόβατά του στὰ καλὰ καὶ δροσερὰ λειβάδια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὅλη ἡ ἔγνοια κ’ ἡ φροντίδα τοῦ γέροντα ἤτανε ἡ σωτηρία τῶν προβάτων. Τὰ πονοῦσε, ἐπειδὴ δὲν ἤτανε «ὁ μισθωτός», ποὺ ἀφήνει
τὰ πρόβατα καὶ φεύγει. Καὶ πὼς δὲν ἤτανε «μισθωτός» τὸ φανερώνει ὅλη ἡ ζωή του, ποὺ τὴν πέρασε χωρὶς νὰ ἀποκτήση τίποτα. Μὲ τὰ χρήματα δὲν εἶχε καμμιὰ συνάφεια, ὅπως εἴπαμε πρωτύτερα. Ὅ,τι τοῦ δίνανε γιὰ νὰ λειτουργήση καὶ γιὰ νὰ μνημονέψη, ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι τὰ ἔπαιρνε κι ἀπὸ τ’ ἄλλο τὰ ἔδινε. Τὰ πρόβατά του ἤθελεν ν’ ἀνακουφίση, κ’ ἐκεῖνος ἂς ἤτανε πεινασμένος, διψασμένος, κουρασμένος, μὲ στεγνὸ λαρύγγι, ὕστερ’ ἀπὸ χιλιάδες ὀνόματα ποὺ εἶχε μνημονέψει. Ἐπὶ χρόνια ἔσερνε μαζί του δέματα ἀπὸ χαρτιὰ κιτρινισμένα, ποὺ ἀπάνω σ’ αὐτὰ ἤτανε γραμμένα ἕνα πλῆθος ἀκαταμέτρητο ὀνόματα κεκοιμημένων. Ὤ! Τί ἀπίστευτη ἁπλότητα καὶ ἀγαθότητα! Καὶ πόσο μακάριοι θὰ εἶναι ὅσοι τεθνεῶτες μνημονευθήκανε ἀπὸ ἕναν τέτοιον ἱερέα! Μεγάλο καὶ ψυχοσωτήριο παράδειγμα γιὰ μᾶς εἶναι ἡ ζωὴ ἑνὸς τέτοιου ἀνθρώπου στὸν σημερινὸν καιρὸ ποὺ φούντωσε ἡ ἁμαρτία, καὶ ποὺ τὴν κάθε λογῆς ἀκολασία τὴν ἔχουν συνηθίσει τόσο οἱ ἄνθρωποι, ὥστε νὰ ἔχουν γίνει ἀναίσθητοι. Στοὺς πλέον σκοτεινοὺς καιρούς, ποὺ κρύβεται τὸ λαμπερὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἡ φιλανθρωπία του φανερώνει ἀνάμεσά μας κάποιον ἀπεσταλμένο του, γιὰ νὰ μᾶς στερεώση στὴν πίστη μὲ τὴν πολιτεία του, κι ἂς μὴ λέγη πολλὰ λόγια. Τέτοιος ἀπεσταλμένος ἤτανε ὁ παπα-Πλανᾶς, ποὺ μήτε γράμματα γνώριζε, μήτε εἶχε τὴν εὐκολία στὰ λόγια ποὺ ἔχουν ἐκεῖνοι ὁποῦ συνηθίζει ὁ κόσμος νὰ τοὺς λέγη θεολόγους, καὶ ποὺ σπουδάζουν στὰ πανεπιστήμια καὶ στ’ ἄλλα σχολειὰ καὶ παίρνουν διπλώματα. Γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς ποὺ φέρνει τὴν πίστη. Κι ὅπου ὑπάρχει ἀληθινὴ κι ἀμετασάλευτη πίστη, φανερώνουνται ὅλα τὰ πνευματικὰ χαρίσματα καὶ δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ὅλ’ αὐτὰ τὰ οὐράνια χαρίσματα τὰ εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν
Κύριον ὁ παπα-Νικόλας. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἄφθαρτα διαμάντια στολίζανε ἐκεῖνο τὸ φτωχοντυμένο γεροντάκι, ποὺ στάθηκε ὁ πιὸ ταπεινὸς ἀπὸ τοὺς ταπεινούς. Γιὰ τοῦτο ἡ θεία χάρη σκήνωσε μέσα του, κατὰ τὸν λόγο τῆς Γραφῆς ποὺ λέγει: «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;» ( Ἠσ. ξστ΄ 2). Ποιός ἄρχοντας, ποιός βαθύπλουτος ἔζησε σὰν τὸν παπα-Πλανᾶ, ποὺ δὲν εἶχε «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνη»; Ποιός δοξασμένος ἀγαπήθηκε ὅσο ἀγαπήθηκε ἐκεῖνος ποὺ κρυβότανε γιὰ νὰ μὴ τὸν δῆ κανένας; Ποιός ρήτορας στάθηκε πιὸ ἐκφραστικὸς ἀπὸ τὸν παπα-Νικόλα, ποὺ ψεύδιζε σὰν νἄτανε κανένα νήπιο; Κι ἀληθινά, ποιός ἤτανε πιὸ πλούσιος ἀπὸ τὸν ἁγιασμένον αὐτὸν γέροντα, ἀφοῦ τὰ εἶχε ὅλα στὴ ζωή του, χωρὶς νὰ κρατᾶ μία δραχμὴ στὴν τσέπη του; Αὐτὸς ζοῦσε σὰν ἐκείνους τοὺς βλογημένους ποὺ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πὼς ἤτανε «μηδὲν ἔχοντες καὶ τὰ πάντα κατέχοντες». Ζητοῦσε πρῶτα τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κι ὅλα τὰ ἄλλα «προσετίθεντο αὐτῷ (Μαρκ. δ΄ 24). Τὸ πιὸ μικρὸ νόμισμα δὲν βραδυαζότανε στὴν τσέπη του. «Γιατί, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, «ἐκεῖνος ὁποῦ ἔχει φυλαγμένα χρήματα, εἶναι ἀδύνατο
νὰ πιστεύη καὶ νὰ ἐλπίζη στὸν Θεό». Καὶ τοῦτο εἶναι φανερὸ ἀπὸ ἐκεῖνα ὅπου εἶπε ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας: « Ὅπου ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. στ΄21).

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ παπα-Νικόλας Πλανᾶς,
ὁ ἁπλοϊκὸς ποιμὴν τῶν ἁπλῶν προβάτων», ἐκδ. Ἀστήρ.