1 Ιουν 2010

Κάτι παλιές φωτογραφίες, του Αλέκου Φασιανού


Προχθές κοίταζα κάτι παλιές φωτογραφίες πού εἶχα φυλάξει σ’ ἕνα χαρτονένιο κουτί. Σ’ αὐτές τίς φωτογραφίες εἶδα καί κάτι συγγενεῖς καί γνωστούς τῆς οἰκογένειάς μου, ἀδύνατους, μέ λεπτά πρόσωπα, καπέλα, σακάκια σταυρωτά καί φαρδιά παντελόνια. Τά μάτια τους εἶχαν τόσο ὡραία ἔκφραση πού φαινόντουσαν μεγάλα. Ἀμέσως ἔκανα τή σύγκριση μέ τούς σημερινούς πού εἶναι πάνχοντροι, προγάστορες καί μέ βλέμμα προκλητικό καί ἀδηφάγο. Καί σκέφτηκα ὅτι οἱ σημερινοί τρῶνε καλά, ἔχουν πολλά πράγματα, σπίτια, αὐτοκίνητα, ψυγεῖα, ἀποχυμωτές, μίξερ κι ἕνα σωρό ἄλλα πού μπερδεύουν τή ζωή τους, τήν κάνουν πιό ἀκριβή, ἀλλά καί εὐάλωτη ἀπό τό ὁποιοδήποτε κράτος. Γιατί ἀπό τήν ὕλη ἀντλεῖται τό χρῆμα. Ἅμα δέν ἔχεις τίποτε, κανείς δέν μπορεῖ νά σέ ἀγγίξει.
Ὅταν παντρευόταν κάποιος παλιά, νοίκιαζε μιά καμαρούλα σέ αὐλή. Εἶχε ἕνα κρεβάτι, δυό καρέκλες, ἕνα τραπέζι, μιά λάμπα πετρελαίου ἤ ἕνα λαμπτήρα 60 κηρίων πού κρεμόταν ἀπό τό ταβάνι. Καί ἔκανε καί παιδιά. Καί μποροῦσε νά τά ἀναστήσει ἔτσι, γιατί εἶχε μηδαμινά ἔξοδα. Ἦταν πλούσιος στή φτώχεια του. Ὅλοι θά ἀναρωτιόμαστε, οἱ πιό παλιοί τουλάχιστον, πῶς μπορούσαμε καί κάναμε τόσα πράγματα ἀφοῦ δέν ὑπῆρχαν χρήματα. Πόσοι καί πόσοι δέν ἔγιναν ποιητές, ζωγράφοι, ἐπιστήμονες, ἐπιχειρηματίες, ξεκινώντας ἀπό τά δωματιάκια στίς αὐλές αὐτές τῶν θαυμάτων.
Τώρα, ὅπως ἔγιναν τά πράγματα, δύσκολα θά μπορεῖς νά ἀναπτυχθεῖς, γιατί σκέφτεσαι τά δευτερεύοντα τῆς ζωῆς. Πῶς νά πληρώσεις τό ἠλεκτρικό, τό νερό, τό πετρέλαιο, τό αὐτοκίνητο, τά τέλη καί τίς εἰσφορές. Ὁ σημερινός ἄνθρωπος δεσμεύεται ἤ καλύτερα παγιδεύεται ἀπό τίς ἀπαιτήσεις τῆς ἴδιας του τῆς ζωῆς. Ἡ εὐτυχία τόν πλησιάζει λίγο καί χάνεται γρήγορα χωρίς νά μπορεῖ νά τήν ἀγγίξει, γιατί συνήθως καραδοκοῦν ὁ φόβος καί ἡ δυστυχία. Τά σκέφτομαι ὅλα αὐτά καί λέω μέσα μου πώς εὐτυχής εἶναι αὐτός πού ἔχει τίς λιγότερες ἀνάγκες. Ὅταν μπαίνεις σ’ ἕνα καινούργιο δωμάτιο πού εἶναι ἄδειο, λές τί ὡραῖο πού εἶναι καί πόσο μεγάλο. Μετά, ὅταν ἀρχίζεις νά τό κατοικεῖς, μαζεύεις πράγματα καί ὕστερα ἀπό χρόνια βλέπεις τόν χῶρο νά ἔχει μικρύνει. Βλέπεις ὅτι ἀδίκως τά μάζευες ὅλα αὐτά τά πράγματα, σοῦ εἶναι ἄχρηστα καί δέν τολμᾶς νά τά πετάξεις μή τυχόν καί τά χρειαστεῖς κάποια στιγμή. Ἔτσι δεσμεύεσαι καί πάσχεις.
Ὁ Τσαρούχης ἔμενε σ’ ἕνα μικρό δωματιάκι στό Παρίσι. Ἐκεῖ ζοῦσε, ζωγράφιζε, ἔτρωγε. Μιά γνωστή του πού τόν ἐπισκέφτηκε, τοῦ λέει: «Βρέ Γιάννη μου, τώρα πού κερδίζεις καί χρήματα, νά καλυτερεύσεις τή ζωή σου καί νά πάρεις ἕναν πιό μεγάλο χῶρο». Κι ὁ Τσαρούχης τῆς ἀπάντησε: «Ἐμένα τό ἑπόμενο στάδιο θά εἶναι νά γίνω κλοσάρ».
Δέν κατάλαβε ἡ κυρία ὅτι δέν τόν ἔνοιαζαν οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς του, ἀλλά ἡ δημιουργία. Ἄς προσπαθήσουμε κι ἐμεῖς λοιπόν μέσα σ’ αὐτή τήν κρίση νά ἐργαζόμαστε, νά δημιουργοῦμε κάτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου