12 Φεβ 2012

† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος, «Ο Πατήρ μου μείζων μού έστι»


Το «μείζων» μπορεί να σημαίνει διαφορά στη δύναμη στη σοφία, στο αξίωμα, στον όγκο, στο χρόνο, στην ουσία, αλλά και στην αιτία. Ο Πατήρ δεν είναι μεγαλύτερος από τον Υιό στη δύναμη ή στη σοφία, γιατί ο είναι «Θεού δύναμις και Θεού σοφία» (Α' Κορ. α' 24).

Δεν μπορεί πάλι να είναι μεγαλύτερος στο αξίωμα ή στην τιμή, γιατί τοποθετείται στα δεξιά του Θεού (Ψαλμ. ρθ’  1. Εβρ. α’ 3)· το «δεξιόν» δεν εκλαμβάνεται σωματικά, σαν ο Θεός να έχει «δεξιά» και «αριστερά», ούτε σημαίνει «χαμηλότερο τόπο», αλλά σχέση ισότητας (πρβλ. Ψαλμ. μδ’ 7. Ματθ. ιστ’ 27. Πράξ. Β’ 34. Εβρ. α’ 8. ιβ’ 2. Αποκ. ια’ 15. κβ’ 3-4. ε’ 13).
Το να υποστηρίξει βέβαια κανείς πως ο Πατήρ είναι μεγαλύτερος από τον Υιό στον όγκο, τούτο καταντάει γελοίο.
Αλλά ούτε και στο χρόνο ο Πατήρ είναι μεγαλύτερος, γιατί διά του Υιού δημιουργήθησαν οι αιώνες (Εβρ. α’ 2) και ο Υιός υπήρχε «εν αρχή» (Ιω. α’ 1), ήταν δηλαδή άναρχος και προαιώνιος (Παροιμ. η’ 30. Εβρ. ζ’ 3. Αποκ. α’ 17-18. κβ’ 12-13).
Βέβαια θα μπορούσαμε να πούμε πως το «μείζων» δεν αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των δύο θείων υποστάσεων, αλλά μεταξύ του Πατρός και της ανθρώπινης φύσης του Υιού, αλλά, όπως παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τούτο θα ήταν μεν αληθινό, όμως όχι σπουδαίο, διότι «τι το θαυμαστόν, εάν ο Θεός είναι ανώτερος του ανθρώπου;».
Το «μείζων», κηρύττει η Εκκλησία (Α’ Τιμ. γ’ 15) δεν είναι μόνο του στη Γραφή· εκεί βρίσκουμε και το «έν εσμεν» (Ιω. ι’ 30), πράγμα για το οποίο οι Ιουδαίοι επεχείρησαν να λιθοβολήσουν τον Χριστό, επειδή ορθά το εξέλαβαν πως σημαίνει ισότητα προς τον Πατέρα (Ιω. ι’ 29-33. Πρβλ. Φιλιπ. β’ 6). 
«Πώς λοιπόν θα συμβιβασθούν τα ασυμβίβαστα; Διότι είναι αδύνατον το αυτό πράγμα να είναι μεγαλύτερον ενός άλλου και ταυτοχρόνως ίσον· ή μήπως γίνεται φανερόν, ότι το μεν "μείζων" αναφέρεται εις το ότι είναι αίτιος, το δε "ίσος" εις την φύσιν; Εγώ παραδέχομαι και τούτο διά την πολλήν μου καλοπιστίαν» (Γρηγ. Θεολ.).
Το «μείζων» αναφέρεται στην υπεροχή ως προς την τάξη, όχι ως προς την ουσία. Βασίζεται στο γεγονός ότι ο Πατήρ, με την προαιώνια γέννηση του Υιού, μεταδίδει σ' Αυτόν την κοινή θεία ουσία. Διαφορετικά, αν πούμε πως υπάρχει διαφορά ουσίας, τότε αρνούμεθα στον Πατέρα την ίδια την Πατρότητα, αφού ο φερόμενος πλέον ως υιός δεν είναι της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα· «το αλλότριον της ουσίας καταργεί την φυσικήν συνάφειαν (Μ. Βασιλ.).
«Όταν λοιπόν ακούσωμεν ότι ο Πατήρ είναι αρχική αιτία και μεγαλύτερος από τον Υιόν, ας εννοήσωμεν ότι είναι κατά την αιτίαν. Και όπως δεν λέγομεν ότι είναι από άλλην ουσίαν η φωτιά και από άλλην το φως, κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να ειπούμεν ότι από άλλην, ουσίαν είναι ο Πατήρ και από άλλην ουσίαν είναι ο Υιός, αλλά ότι είναι από μίαν και την ιδίαν ουσίαν» (Ιω. Δαμασκ.).
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου