20 Μαρ 2010

Σταυροαναστάσιμη βιοτή ή της μετανοίας το θαύμα. Οσία Μαρία η Αιγυπτία.

Του Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Το μυστήριο του θανάτου είναι ένα γεγονός που πάντοτε απασχολούσε τον άνθρωπο. Πολλά κείμενα έχουν γραφεί και αρκετές ερμηνείες έχουν δοθεί από διάφορες θρησκείες, αλλά και από στοχαστές και φιλοσόφους γύρω από το θέμα αυτό. Ένα είναι σίγουρο, όπως πολύ εύστοχα έχει λεχθεί, ότι ο θάνατος είναι ο μεγαλύτερος δημοκράτης. Και αυτό γιατί δεν κάνει διακρίσεις και μπροστά του είμαστε όλοι ίσοι. Σε ένα τροπάριο της Ακολουθίας της κηδείας τονίζεται αυτή η αλήθεια. “Άρα τις εστι, βασιλεύς ή στρατιώτης ή πλούσιος ή πένης ή δίκαιος ή αμαρτωλός;”.
Ο θάνατος πάντοτε προκαλούσε δέος και τρόμο. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι θεωρούσαν τον θάνατο σαν κάτι το φοβερό. Ο Αριστοτέλης έλεγε: “ο θάνατος φοβερώτατον”. Στον Χριστιανισμό βλέπουμε μια άλλη αντιμετώπιση. Οι άγιοι δεν τον φοβούνται, αλλά τον θεωρούν κέρδος· “εμοί γαρ το ζήν Χριστός και το αποθανείν κέρδος”. (Απόστολος Παύλος). Και τον βλέπουν έτσι, διότι με τον θάνατον δεν διακόπτεται η ζωή και τα αγαθά της βασιλείας του Θεού, που από αυτή την ζωή προγεύονται, αλλά θα τα απολαύσουν κατά τρόπο τελειότερο.
Ο θάνατος, που δεν είναι δημιούργημα του Θεού, αλλά αποτέλεσμα της αμαρτίας, καταργήθηκε με τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. “Ο τον Άδην σκυλεύσας και τον θάνατον καταργήσας τη Αναστάσει σου Χριστέ” (στιχηρόν των αίνων, ήχου δ’). Και όσοι βιώνουν την κατά Χριστόν ζωή τον νικούν και τον υπερβαίνουν στα όρια της προσωπικής τους ζωής.
Για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Ανάσταση είναι η πιο λαμπρή γιορτή. Την πανηγυρίζουμε, την ψάλλουμε, αλλά και την τραγουδούμε σε όλους τους τόνους. Όλα τα ρωμαίϊκα τραγούδια είναι βγαλμένα μέσα από την ψυχή του λαού μας που βιώνει αυτή την παράδοση, γι’ αυτό μιλούν για αγάπη και για θάνατο. Και αυτό, γιατί η αυθεντική αγάπη είναι θυσία και σταυρός, δηλαδή θάνατος, αλλά ταυτόχρονα και υπέρβαση του θανάτου, αληθινή ζωή.
Η γεύση όμως αυτής της ζωής, περνάει μέσα από την βίωση της αληθινής μετάνοιας. Μέσα από το πένθος και το κλάμα για τις πτώσεις και τις αμαρτίες μας. Η οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοια κατόρθωσε να ξεφύγη από την παρά φύσιν ζωή της αμαρτίας και στην συνέχεια να υπερβή και αυτή την φύση και να φθάση στο υπέρ φύσιν. Είναι γνωστή η ζωή της. Ήταν επίσημη πόρνη της Αλεξάνδρειας και παρέσυρε πολλούς στην αμαρτία. Κάποτε βρέθηκε στα Ιεροσόλυμα την εορτή της υψώσεως του τιμίου Σταυρού και θέλησε από περιέργεια να μπή και αυτή στον Ναό. Όταν όμως πλησίασε στην είσοδο, δεν μπορούσε να εισέλθη σαν να υπήρχε κάποιο αόρατο τείχος που την εμπόδιζε. Δοκίμασε επανηλειμμένως, αλλά στάθηκε αδύνατο. Έβλεπε τους άλλους να περνούν δίπλα της και να εισέρχονται και τότε σαν να φωτίστηκε ο νούς της και κατάλαβε. Παρακάλεσε την Παναγία να της επιτρέψη να εισέλθη, ενώ ταυτόχρονα υποσχέθηκε ότι θα αλλάξη ζωή. Πράγματι, τήρησε την υπόσχεσή της και πήγε στην έρημο του Ιορδάνου όπου έζησε με πολλές στερήσεις και με εγκράτεια. Δεκαεπτά χρόνια έζησε στην αμαρτία, δεκαεπτά χρόνια ταλαιπωρήθηκε από τον διάβολο και τις επαναστάσεις της σάρκας. Μετά σταμάτησε ο πόλεμος και άρχισε να ανεβαίνη πνευματικά. Έφθασε στην απάθεια και το πρόσωπό της έλαμπε. Ο άγιος Ζωσιμάς, που πήγε για να την κοινωνήση προς το τέλος της ζωής της, έμεινε έκθαμβος από το θέαμα. Έβλεπε ένα πρόσωπο φωτεινό, αγγελικό. Έβλεπε έναν άνθρωπο, που βίωνε την νίκη εναντίον του θανάτου και την προσωπική του ανάσταση.
Η αυθεντική μετάνοια, που συνδέεται με την προσπάθεια για την απελευθέρωση από τα πάθη είναι σταυρός. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη διδασκαλία υπάρχουν τρεις σταυροί. Ο πρώτος είναι τα διάφορα δυσάρεστα περιστατικά της ζωής, οι πειρασμοί και οι θλίψεις. Ο δεύτερος είναι ο αγώνας για την μεταμόρφωση των παθών και ο τρίτος η θεωρία του Θεού, που είναι γεύση της όντως ζωής.
Ο εορτασμός του αληθινού Πάσχα, επομένως, δεν γίνεται με εξωτερικά σχήματα και γεγονότα, που και αυτά χρειάζονται, αλλά κυρίως με την ένταση της εσωτερικής ζωής και την αληθινή μετάνοια. Η μεγάλη Τεσσαρακοστή, που προηγείται, μας βοηθά πολύ σε αυτό. Άλλωστε αυτό τον σκοπό έχει. Με τις κατανυκτικές ακολουθίες, την νηστεία και την όλη ατμόσφαιρά της ενισχύει την προσπάθεια για εντονότερη πνευματική ζωή, για περισσότερη προσευχή, για σταύρωση της σάρκας, δηλαδή του σαρκικού φρονήματος και κάθαρση από τα πάθη. “Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα και χαίρετε φάσκοντα”.
Η λέξη Πάσχα είναι εβραϊκή και σημαίνει διάβαση. Οι Ισραηλίτες γιόρταζαν την κατά τρόπο θαυμαστό διάβαση της ερυθράς θαλάσσης. Ο νέος Ισραήλ της Χάριτος, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, γιορτάζουμε την διάβαση “εκ του θανάτου εις την ζωήν”. Μακάρι να γίνη προσωπικό μας βίωμα ο νικητήριος παιάνας, το “Χριστός Ανέστη”.

18 Μαρ 2010

9η ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΩΝ Ι. Ν. ΑΓ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 Την προσεχή Κυριακή 21 Μαρτίου 2010 στις 7 μ.μ. θα έχουμε την τιμή και τη χαρά να φιλοξενήσουμε στο χώρο του Πνευματικού μας Κέντρου (τέρμα Λεωφ. Σαχτούρη) τον κ. Γιώργο Καραμπελιά, συγγραφέα, ο οποίος θα αναπτύξει το θέμα: "Επαναστάτες και Νεομάρτυρες". Η παρουσία σας και σ' αυτή τη σύναξη θα μας χαροποιήσει ιδιαίτερα.


Παραθέτουμε ένα σύντομα βιογραφικό σημείωμα του κ. Γ. Καραμπελιά:
Γεννήθηκε το 1946 στην Κάτω Αχαΐα.
Από το 1964, ως φοιτητής της Ιατρικής, συμμετείχε στη Νεολαία Λαμπράκη. Μετά το 1967 σπούδασε Οικονομία στη Γαλλία.
Συμμετείχε στο αντιδικτατορικό κίνημα και στον «Μάη του ’68», σε ελληνικές και γαλλικές οργανώσεις. Στη Γαλλία γράφει τα πρώτα του βιβλία. Μετά τη μεταπολίτευση συνεχίζει αδιάλειπτα την πολιτική και συγγραφική του δραστηριότητα.
Από το 1979 έως το 1993 εξέδιδε το περιοδικό Ρήξη. Το 1980, μαζί με φίλους, δημιούργησε το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις. Από τις εκδόσεις έχουν εκδοθεί ως σήμερα πάνω από 120 τίτλοι από τους τομείς της λογοτεχνίας, του δοκιμίου, της Ιστορίας, των κοινωνικών κινημάτων, της οικολογίας καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των έργων του Έλληνα φιλόσοφου Κώστα Παπαϊωάννου. Το 1992 πήρε το μεταπτυχιακό δίπλωμά του από την Οικονομική Σχολή των Παρισίων (Paris VII)
Από το 1993 έως το 1994 διηύθυνε τον Τομέα Πρόληψης, Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης του ΚΕΘΕΑ, για την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και μέλος της Γραμματείας των Οικολόγων – Εναλλακτικών.
Από το 1995 είναι εκδότης και αρχισυντάκτης του διμηνιαίου περιοδικού Άρδην που συνεχίζει να εκδίδεται.
Παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες στην Ελλάδα και στην Κύπρο.
Έχει γράψει τα ακόλουθα βιβλία:
· Το Τέλος του παλιού Κόσμου, Εκδόσεις Πολιτιστική Επανάσταση 21975,
· Οικοδόμοι και οικοδομή στη μεταπολεμική Ελλάδα Εκδοτική Ομάδα εργασίας, 21975)
· Η τεχνική παιδεία στην Ελλάδα (Εκδοτική ομάδα εργασίας, 21976)
· Κρίση του κεφαλαίου και αυτονομία (Κομμούνα, 1980)
· Μικρομεσαία Δημοκρατία (Κομμούνα, 1982)
· Ούτε Θεός, ούτε Ιστορία (Κομμούνα, 1985)
· Πέρα από τον σοσιαλισμό. Μια νέα ουτοπία (Κομμούνα,1986)
· Σύγχρονος Καπιταλισμός και επαναστατικό υποκείμενο (Εναλλ. Εκδόσεις, 1986)
· Ένοπλη πάλη και εναλλακτικό κίνημα (Εναλλ. Εκδόσεις,1988)
· Για τον Σαββόπουλο (εκδ. Αιγαίον 21990 )
· Κράτος και κοινωνία στη μεταπολίτευση (εκδ. Εξάντας, 1991)
· Ελλάδα μια χώρα των συνόρων (Εναλλ. Εκδόσεις, 1992)
· Από το μέγιστο στο ελάχιστο (εκδ. Αιγαίον, 1991)
· Ο προφήτης, το πετρέλαιο και ο κορμοράνος (εκδ. Εξάντας, 1992)
· Στα Μονοπάτια της ουτοπίας (εκδ. Λιβάνης, 21995)
· Ισλάμ και Παγκοσμιοποίηση (Εναλλ. Εκδόσεις, 22001)
· 1922, Δοκίμιο για τη νεοελληνική ιδεολογία (Εναλλ. Εκδόσεις, 22002)
· Η θεμελιώδης Παρέκκλιση (Εναλλακτικές Εκδόσεις 2004)
- Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού

Συλλογικές εργασίες:
· ΟΠΑ-Ρήξη, Ένοπλη πάλη και τρομοκρατία (Εναλλ. Εκδόσεις, 1985)
· Ιούλης ’65 (με τον Δημήτρη Λιβιεράτο)
· Ένα εναλλακτικό, επαναστατικό κίνημα (Εναλλ. Εκδόσεις, με τους Μ. Ράπτη και Ν. Χρυσόγελο)
· The Movement, Το αμερικάνικο 68 (Εναλλ. Εκδόσεις)
· Ελλοπία, Η Ελληνική Ουτοπία
· Αριστερά και ανατολικό ζήτημα (Εναλλ. Εκδόσεις, 1998)
· Ισλάμ και κρίση του κεμαλισμού (Εναλλ. Εκδόσεις,1999)
· Εβραίοι εναντίον του σιωνισμού (Εναλλ. Εκδόσεις, 2003)

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: Ο Ακάθιστος ΄Υμνος

[...] Tοιαύτη υπήρξεν η έκβασις της πρώτης πολιορκίας ήν υπέστη η μεγάλη του μεσαιωνικού ελληνισμού πρωτεύουσα· έκβασις αείμνηστος, διότι αν η Kωνσταντινούπολις υπέκυπτεν εις τους Πέρσας, επειδή μετ' ου πολύ οι Πέρσαι εφάνησαν ανίκανοι ν' αντισταθώσιν εις τους μωαμεθανούς, μετά των Περσών ήθελε και ο ελληνισμός υποκύψει έκτοτε εις τους νέους τούτους πολεμίους, και πιθανώτατα εξαφανισθή από του προσώπου της γης, όπως εξηλείφθη τόντι από των χωρών όσαι κατελήφθησαν έκτοτε υπό των Aράβων ήτοι από της Συρίας, από της Aιγύπτου, από της Mεσοποταμίας. Eνώ λυτρωθείσης ήδη της Kωνσταντινουπόλεως, οι μεν Πέρσαι εδουλώθησαν μετ' ολίγον υπό των μωαμεθανών, αλλ' ο ελληνισμός αντέσχεν έτι εις αυτούς επί 800 και επέκεινα ενιαυτούς. Kαι απέβαλε μεν επί τέλους την πολιτικήν ανεξαρτησίαν, διά του τουρκικού μωαμεθανισμού, αλλά διέσωσε την εθνικήν ύπαρξιν, διότι ο τουρκικός μωαμεθανισμός απέβη πολύ ολιγώτερον του αραβικού καταστρεπτικός των εθνοτήτων. Όθεν εάν σήμερον υπάρχει ελληνισμός, τούτο οφείλεται κατά πρώτον λόγον εις την ματαίωσιν της πρώτης ταύτης υπό των βαρβάρων πολιορκίας της Kωσταντινουπόλεως. Tο δε γεγονός τούτο συνδέεται και άλλως μετά του παρόντος ημών βίου. Eίπομεν ήδη ότι τότε αντήχησε κατά πρώτον η λέξις παληκάρια, ήτις έμελλε ν' αποβή τοσούτον ένδοξος επί του νεωτέρου ελληνισμού. Πλην τούτου, τότε ωσαύτως ο βασιλεύς Hράκλειος, επί τη προτάσει του πατριάρχου Σεργίου, αναλογιζόμενος μεν τον έσχατον κίνδυνον εκ του οποίου απηλλάγη το έθνος, ανταποκρινόμενος δε εις τα αισθήματα του λαού και του στρατού, οίτινες δεν ηγωνίσθησαν τοσούτον γενναίως ειμή πεποιθότες εις την προστασίαν της πολιούχου Παναγίας Θεοτόκου, ενέκρινεν εις δήλωσιν αϊδίου προς αυτήν ευγνωμοσύνης, την καθιέρωσιν της Aκολουθίας του Aκαθίστου Ύμνου, ήτις μέχρι της σήμερον τελείται παρ' ημών την Παρασκευήν της E' εβδομάδος της μεγάλης τεσσαρακοστής, και εις την οποίαν προσετέθη βραδύτερον η μνήμη των δύο πολιορκιών, καθ' ας οι Άραβες τοσούτον γενναίως απεκρούσθησαν εκ της πρωτεούσης εκείνης. Tις Έλλην δεν γνωρίζει τον ύμνον τον κατά την Aκολουθίαν ταύτην ψαλλόμενον εκ διαλειμμάτων εις τιμήν της ιδιαζούσης προστάτιδος του χριστεπωνύμου πληρώματος;
 
Tή υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια!
Ως λυτρωθείσα των δεινών, ευχαριστήρια
Aναγράφω Σοι, η πόλις Σου, Θεοτόκε,
Aλλ' ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον
Eκ παντοίων με κινδύνων, ελευθέρωσον,
Ίνα κράζω Σοι χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

17 Μαρ 2010

«ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΑΝΑΣΤΑ, ΤΙ ΚΑΘΕΥΔΕΙΣ;» Εἰσαγωγή στό Μέγα Κανόνα Ἀνδρέου Κρήτης τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης κ. Συμεών

1. Ἡ δομή του
Τό πιό ἀξιόλογο καί περισσότερο γνωστό ἀπ᾿ ὅλα τά ἔργα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα εἶναι ἀσφαλῶς ὁ Μέγας Κανών. Ξεχωρίζει ἀνάμεσα στούς πολλούς Κανόνες του γιά τήν πρωτοτυπία του καί τήν ἔκτασή του. Ἡ ἔκτασή του αὐτή εἶναι ᾿κείνη πού τοῦ ἔδωσε καί τήν ὀνομασία Μέγας.
Ὁ Μέγας Κανών εἶναι ἕνα ἀπό τά εὐγενέστερα προϊόντα βαθιᾶς θρησκευτικῆς πείρας. Ἡ ἀξία του ἀπό πλευρᾶς θρησκευτικῆς καί αἰσθητικῆς εἶναι μεγάλη καί κατέχει ἐκλεκτή θέση στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ποίηση καί τή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀποτελεῖται ἀπό ἐννιά Ὠδές, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ β´ καί ἡ γ´ ἔχουν ἀπό δύο Εἱρμούς καί ἡ ²´ διαιρεῖται σέ δύο τμήματα. Τό δεύτερο τμῆμα της δέν ἔχει δικό του Εἱρμό. ῎Ισως παλαιότερα νά εἶχε καί στόν τελικό καταρτισμό τοῦ Τριωδίου νά ἐξέπεσε. Μπροστά ἀπό κάθε τροπάριό του ἔχει τεθεῖ στίχος ἀπ᾿ τούς Μακαρισμούς. Σχετικά μέ τόν ἀριθμό καί τήν τάξη τῶν τροπαρίων πρέπει νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχει μιά ποικιλία στά χειρόγραφα κι ἔτσι δέν μποροῦμε νά ξέρουμε ἀπόλυτα ποιά εἶναι γνήσια καί ποιά παρέμβλητα. Τά τροπάρια πού ἀναφέρονται στήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία καί τόν ἴδιο τόν Ἅγιο εἶναι φανερό ὅτι δέν προέρχονται ἀπό τή γραφίδα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα, ἀλλ᾿ ὅτι εἶναι μεταγενέστερα. (Στό συμπέρασμα αὐτό καταλήγουν ὅλοι οἱ ἐρευνητές, γι᾿ αὐτό κι ἐμεῖς τά παραλείψαμε στήν παρούσα ἐργασία). Σύμφωνα μέ τό Τριώδιο πού βρίσκεται στή λειτουργική χρήση τῆς Ἐκκλησίας, στό ὁποῖο κι ἐμεῖς στηριχτήκαμε (ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1960)*, ὁ ἀριθμός τῶν τροπαρίων ἔχει ὡς ἑξῆς· α´ 25, β´ 41, γ´ 28, δ´ 29, ε´ 23, ²´ 33, ζ´ 22, η´ 22, καί θ´ 27. Συνολικά δηλαδή ὁ Μέγας Κανών ἀποτελεῖται ἀπό 11 Εἱρμούς καί 250 τροπάρια. Κατά μιά ἐκδοχή ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔγραψε τόσα τροπάρια, ὅσοι εἶναι καί οἱ στίχοι τῶν ἐννιά βιβλικῶν ὠδῶν.
2. Τά περιστατικά τῆς συγγραφῆς
Τά περιστατικά κάτω ἀπ᾿ τά ὁποῖα ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέθεσε τόν Κανόνα δέ μᾶς εἶναι γνωστά. Δέν ἔχουμε συγκεκριμένες μαρτυρίες, πού νά ἀναφέρονται στόν χρόνο, τόν τόπο καί τά πλαίσια τῆς συνθέσεώς του. Πρός τήν κατεύθυνση αὐτή μιά κάποια βοήθεια μᾶς δίνουν μερικά προσωπικά στοιχεῖα καί ἐνδείξεις τοῦ ἴδιου τοῦ Κανόνος. Ὁ ποιητής μερικές φορές ἀναφέρεται στήν ἡλικία του· «Ἐρριμμένον με, Σωτήρ, / πρό τῶν πυλῶν σου / κἄν ἐν τῷ γήρει... / ἀλλά πρό τοῦ τέλους / ...» (α´ 13)· «Ἐκ νεότητος, Σωτήρ, / τάς ἐντολάς σου ἐπαρωσάμην, / ὅλον ἐμπαθῶς, / ἀμελῶν, ραθυμῶν / παρῆλθον τόν βίον...» (α´ 20)· «Ὁ χρόνος ὁ τῆς ζωῆς μου / ὀλίγος...» (δ´ 23. Βλέπε καί δ´ 2, η´ 6 κ.ἄ.). Ἀπό τίς παραπάνω ἐνδείξεις πρέπει νά συμπεράνουμε ὅτι ὁ ποιητής συνέθεσε τόν Κανόνα σέ ἡλικία προχωρημένη.
Τό τελευταῖο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Κανόνος μᾶς δίνει τή δυνατότητα γιά ἕνα ἀκριβέστερο καθορισμό τοῦ τόπου συγγραφῆς· «Τήν πόλιν σου φύλαττε, / Θεογεννῆτορ ἄχραντε· / ἐν σοί γάρ αὕτη / πιστῶς βασιλεύουσα, / ἐν σοί καί κρατύνεται / καί διά σοῦ νικῶσα...». Φαίνεται δηλαδή ὅτι ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέγραψε τόν Κανόνα στήν Κωνσταντινούπολη εἴτε πρίν ἐκλεγεῖ ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης εἴτε μετά, σέ κάποιο ταξίδι του καί μάλιστα κοντά χρονικά σέ κάποια ἐπιτυχή ἀπόκρουση βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς («ἐν σοί κρατύνεται», «διά σοῦ νικῶσα», «τροποῦται πάντα πειρασμόν», «σκυλεύει πολεμίους»). ῎Ισως τῶν Ἀράβων τό 717.
3. Τό θέμα του
Τό Συναξάριο τῆς Πέμπτης τῆς ε´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν (τῆς ἡμέρας δηλαδή πού ψάλλεται ὁ Μέγας Κανών) ὡς ἑξῆς ἀναφέρεται στό θέμα, τό περιεχόμενο καί τούς σκοπούς τοῦ ποιήματος· «πᾶσαν γάρ Παλαιᾶς καί Νέας Διαθήκης ἱστορίαν ἐρανισάμενος καί ἀθροίσας, τό παρόν ἡρμόσατο μέλος, ἀπό Ἀδάμ δηλαδή μέχρι καί αὐτῆς τῆς Χριστοῦ Ἀναλήψεως καί τοῦ τῶν Ἀποστόλων κηρύγματος. Προτρέπεται γοῦν διά τούτου πᾶσαν ψυχήν, ὅσα μέν ἀγαθά τῆς ἱστορίας ζηλοῦν καί μιμεῖσθαι πρός δύναμιν, ὅσα δέ τῶν φαύλων ἀποφεύγειν, καί ἀεί πρός Θεόν ἀνατρέχειν διά μετανοίας, διά δακρύων καί ἐξομολογήσεως, καί τῆς ἄλλης δηλονότι εὐαρεστήσεως». Θέμα δηλαδή τοῦ Μεγάλου Κανόνος εἶναι ἡ παρουσίαση τῆς τραγικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσεως καί τῆς ἁμαρτίας καί ἡ θερμή παρακίνησή του νά μετανοήσει καί νά ἐπιστρέψει κοντά στόν ζώντα καί ἀληθινό Θεό.
Ἡ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος εἶναι πρωτότυπη, ἔντονα δραματική καί πλαισιώνεται ἀπό τή χρήση ἑνός πλήθους παραδειγμάτων ἀποβλέπει στήν παρακίνηση τῆς ψυχῆς νά μιμηθεῖ τίς καλές πράξεις τῶν εὐσεβῶν καί ν᾿ ἀποφύγει τίς κακές τῶν ἀσεβῶν. Τά περισσότερα ἀπό τά βιβλικά παραδείγματα εἶναι παρμένα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Αὐτό κυρίως γίνεται στίς πρῶτες ὀκτώ Ὠδές (ὅπου, βέβαια, ἀναφέρονται σποραδικά πρόσωπα καί γεγονότα καί τῆς Καινῆς Διαθήκης). Μᾶς τό ὑπογραμμίζει καί ὁ ἴδιος ὁ ποιητής στό τροπάριο θ´ 2· «Μωσέως παρήγαγον, /ψυχή, τήν κοσμογένεσιν / καί ἐξ ἐκείνου / πᾶσαν ἐνδιάθετον / γραφήν ἱστοροῦσάν σοι / δικαίους καί ἀδίκους, / ὧν τούς δευτέρους, ὦ ψυχή, / ἐμιμήσω, οὐ τούς πρώτους, / εἰς Θεόν ἐξαμαρτήσασα».
Τά βιβλικά πρόσωπα, πού χρησιμοποιοῦνται ἀπό τόν ποιητή, κρίνονται ἀνάλογα μέ τή συμπεριφορά τους πρός τόν Θεό καί τόν νόμο Του καί τή διαγωγή τους μές στήν Ἰσραηλιτική κοινωνία. ῎Ετσι προβάλλεται ἰδιαίτερα ἡ παιδαγωγική τους ἀξία. Τόσο τῶν θετικῶν παραδειγμάτων, πού θά πρέπει νά μιμηθεῖ ὁ πιστός, ὅσο καί τῶν ἀρνητικῶν, πού ὀφείλει ν᾿ ἀποφύγει.
Ὃ ἱερός Ἀνδρέας ἀντλεῖ τίς ὑποθέσεις του ἀπό διάφορα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ περισσότερες εἶναι παρμένες ἀπό τή Μωσαϊκή Πεντάτευχο, δέν λείπουν ὅμως καί ἀπό ἄλλα βιβλία, ὅπως τοῦ ᾿Ιησοῦ τοῦ Ναυῆ, τῶν Κριτῶν, τῶν Βασιλειῶν, τῶν Ψαλμῶν, τοῦ ᾿Ιώβ, τοῦ ᾿Ιωνᾶ, τοῦ ῾Ιερεμία καί τοῦ Δανιήλ.
Ἡ θ´ Ὠδή εἶναι ἡ μόνη πού προέρχεται ἀπό τήν Καινή Διαθήκη (Λουκ. 1,46-55), γι᾿ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τά παραδείγματα τῶν τροπαρίων της τά δανείστηκε ἀποκλειστικά ἀπ᾿ αὐτήν. Τό δηλώνει ἄλλωστε ὁ ἴδιος στό τέταρτο τροπάριό της, μέ τό ὁποῖο καί ἀρχίζει τή χρήση Καινοδιαθηκικῶν παραδειγμάτων· «Τῆς Νέας παράγω σοι / Γραφῆς τά ὑποδείγματα / ἐνάγοντά σε, / ψυχή, πρός κατάνυξιν· / δικαίους οὖν ζήλωσον, / ἁμαρτωλούς ἐκτρέπου...». Τά παραδείγματα αὐτά ἀναφέρονται κυρίως στόν Χριστό καί τά θαύματά Του καί εἶναι ὅλα παρμένα ἀποκλειστικά ἀπό τά ἱερά Εὐαγγέλια.
4. Ἡ χρήση του
Ὁ Μέγας Κανών ἀπό τήν ἀρχή, φαίνεται, προορίστηκε γιά τή λατρεία. Αὐτό συμπεραίνουμε ἀπ᾿ τό ποιητικό εἶδος του, τή σύνδεσή του μέ τίς Βιβλικές ὠδές, πού ἦταν στή λειτουργική χρήση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, καί τήν ὅλη διάρθωσή του μέ τίς ἱκεσίες, τίς λατρευτικές ἐπικλήσεις καί τά ἄλλα λειτουργικά του στοιχεῖα. Ποῦ καί πότε ἀκριβῶς πρωτομπῆκε στή λειτουργική χρήση δέν μᾶς εἶναι γνωστό. ῎Ισως σέ Ἐκκλησίες τῆς Κρήτης, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε καί ἐπισκόπευε ὁ Ἅγιος.
Σήμερα, στή λειτουργική πράξη πού ἐπικράτησε, ὁ Μέγας Κανών, ὅπως εἶναι γνωστό, ψάλλεται στόν ῎Ορθρο τῆς Πέμπτης τῆς ε´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, γι᾿ αὐτό καί ἡ ἡμέρα ἐπικράτησε νά λέγεται «Πέμπτη τοῦ Μεγάλου Κανόνος». Στά μοναστήρια συνεχίζεται ἡ παλαιά τάξη νά ψάλλεται στόν ῎Ορθρο, ἐνῶ στούς ἐνοριακούς ναούς τῶν πόλεων τό ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης μαζί μέ τό Μικρό Ἀπόδειπνο. Μαζί μέ τήν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνος διαβάζεται ὁ βίος τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καί ψάλλεται καί Κανόνας ἀφιερωμένος στήν Ὁσία μέ ἀκροστιχίδα· «Σύ ἡ ὁσία Μαρία βοήθει». Ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας ἑορτάζεται τήν 1η Ἀπριλίου καί τήν Ε´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Ὁ συσχετισμός τοῦ βίου της μέ τόν Μεγάλο Κανόνα καί ἡ προσθήκη ἀργότερα καί ἰδιαίτερου Κανόνα, πού συντάχθηκε κάτω ἀπ᾿ τήν ἐπίδραση τοῦ πρώτου, ἔγινε προφανῶς διότι ἡ μεγάλη Ὁσία ἀποτελεῖ ἕνα ζωηρό ὑπόδειγμα εἰλικρινοῦς μετανοίας, τό ὁποῖο ἄριστα συνδυάζεται μέ τό πνεῦμα καί τούς σκοπούς τοῦ Μεγάλου Κανόνος. Ἡ σχετική τυπική διάταξη τοῦ Τριωδίου μᾶς λέγει τά ἑξῆς· «Τῇ Τετάρτῃ ἑσπέρας, περί ὥραν δ´ τῆς νυκτός σημαίνει. Καί συναχθέντες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως, μετά τόν Ἑξάψαλμον, τό Ἀλληλούϊα καί τά Τριαδικά... καί ἀναγινώσκομεν τόν βίον τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας εἰς δόσεις δύο. Εἶτα μετά τόν Ν´ Ψαλμόν, ἀρχόμεθα εὐθύς ψάλλειν τόν Κανόνα ἀργῶς καί ἐν κατανύξει, ποιοῦντες εἰς καθέν τροπάριον μετανοίας γ´ καί λέγοντες· Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με».
Ἡ σημασία τοῦ Μεγάλου Κανόνος μές στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας πιστοποιεῖται κι ἀπό δύο ἄλλα δεδομένα πού ἔχουμε· πρῶτον ὅτι ὁρίστηκε νά γίνεται τό πρωΐ τῆς Πέμπτης ἡ θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, δεῖγμα σεβασμοῦ τῆς λειτουργικῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας πρός τήν ἡμέρα πού ψάλλουμε τόν Μεγάλο Κανόνα, καί δεύτερον ὅτι διαιρέθηκε σέ τέσσερα μέρη καί τμηματικά ψάλλεται μαζί μέ τήν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου καί τίς πρῶτες τέσσερις ἡμέρες τῆς α´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν.
Ὁ Μέγας Κανών ψάλλεται σέ ἦχο πλάγιο τοῦ β´. Εἶναι ἦχος γλυκός, κατανυκτικός καί ἐκφραστικός ἰδιαίτερα τοῦ πένθους καί τῆς συντριβῆς τῆς ψυχῆς, γι᾿ αὐτό καί χρησιμοποιεῖται πολύ στήν ὑμνογραφία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Ὁ γοργός μάλιστα εἱρμολογικός ρυθμός του, στόν ὁποῖο ψάλλονται τά τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος, πέρα ἀπό τήν κατάνυξη καί τή συντριβή πού μεταδίδει, ἐκφράζει καί τήν ἱερή ἀνησυχία τῆς ὑπάρξεως νά ἐπιτύχει τήν ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωσή της.
5. Τά ποιητικά στοιχεῖα του
Ὁ Μέγας Κανών εἶναι δημιούργημα ἐμπνευσμένου ποιητῆ μέ πλούσιο λυρισμό καί ἄφθονα ποιητικά στοιχεῖα. Οἱ ζωηρές περιγραφές, οἱ χτυπητές εἰκόνες, τό πλῆθος τῶν παραδειγμάτων, οἱ πετυχημένοι συμβολισμοί καί ἡ ζωντανή καί συνάμα ἁπλή γλώσσα σέ συνδυασμό καί μέ τήν κατανυκτική ψαλμωδία προσδίδουν μιά ξεχωριστή ὀμορφιά καί χάρη στό ποίημα καί αἰχμαλωτίζουν τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατῆ ἤ καί τοῦ ἀναγνώστη.
Πιό συγκεκριμένα γιά τά ποιητικά στοιχεῖα του παρατηροῦμε·
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τηρεῖ προσεκτικά τήν ἰσοσυλλαβία καί τήν ὁμοτονία μεταξύ εἱρμῶν καί τροπαρίων. Σπάνια πολύ διασπᾶται ἀπό δυσκολία τοῦ ποιητῆ νά εὕρει τήν κατάλληλη λέξη ἤ ἀπό σφάλματα τῶν ἀντιγραφέων. Συχνά συναντοῦμε τήν ὁμοιοκαταληξία, συχνότερα τήν παρήχηση καί ὄχι σπάνια τήν ἐπωδό. Ἡ χρήση ἐρωτήσεων καί ἡ εἰσαγωγή διαλόγων, στήν ὁποία καταφεύγει συχνά ὁ ποιητής, προσδίδει στόν Κανόνα ἔντονη δραματικότητα.
Τό ὕφος τοῦ Κανόνος εἶναι ἰδιαίτερα ζωηρό καί ἐξωραϊσμένο. Τή ζωηρότητα δημιουργεῖ ἡ χρήση τοῦ κλιμακωτοῦ καί ἀσύνδετου σχήματος καί οἱ δυνατές ἀντιθέσεις σέ λέξεις καί ἔννοιες. Τή χάρη καί τήν ὀμορφιά ἐξασφαλίζουν οἱ ποιητικές εἰκόνες, οἱ παρομοιώσεις, τά ἐντυπωσιακά ἐπίθετα πού ἀφθονοῦν καί οἱ ὡραῖες σπάνιες λέξεις πού χρησιμοποιεῖ.
Βιβλικά πρόσωπα σκιαγραφοῦνται μέ δύναμη καί χάρη καί ἱστορικά γεγονότα περιγράφονται μέ θαυμαστή παραστατικότητα καί ἐξαιρετική πυκνότητα. Δέν λείπουν βέβαια καί οἱ ἐπαναλήψεις, πού σέ πολλές περιπτώσεις εἶναι μονότονες καί κουραστικές, ὅπως καί μιά κάποια στερεοτυπία στή δόμηση τοῦ τροπαρίου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό πρῶτο μέρος περιέχει τό παράδειγμα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τό δεύτερο τίς ἠθικές προεκτάσεις γιά μίμηση ἤ ἀποφυγή. ῞Ομως παρά τίς ἀτέλειές του αὐτές ὁ Μέγας Κανών εἶναι ἕνα ἰδιαίτερα κατανυκτικό λειτουργικό ποίημα, καρπός βαθιᾶς πνευματικῆς ἐμπειρίας καί δημιούργημα σπάνιας ποιητικῆς τέχνης.
Τελειώνοντας τή μικρή τούτη Εἰσαγωγή, νομίζουμε πώς ἐπιβάλλεται νά κάνουμε καί τήν ἀκόλουθη διευκρίνιση· Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁμιλεῖ σέ πρῶτο πρόσωπο. Περιγράφει μέ τά μελανότερα χρώματα τήν ψυχική του κατάσταση. Ἀποδίδει στόν ἑαυτό του εἰδεχθῆ ἐγκλήματα καί βαρύτατα ἁμαρτήματα. Διερμηνεύει ἄραγε τήν προσωπική του κατάσταση καί τόν τρόπο πού ἔζησε ἤ γιά λόγους διδακτικούς περιγράφει τήν κατάσταση γενικά τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας; Ἀσφαλῶς θά πρέπει νά δεχτοῦμε τό δεύτερο. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀφιερώθηκε στόν Θεό ἀπ᾿ τά νεανικά του χρόνια. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἀναλώθηκε στή διακονία τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως ἀποκλείεται νά ἔζησε μιά κάποια περίοδο τῆς ζωῆς του σέ ἀποστασία ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὑποταγμένος στήν ἁμαρτία. Ἁπλῶς μέ τήν ἐλευθερία πού ἔχει ὡς ποιητής καί τήν ταπείνωση πού τόν διακρίνει μᾶς παρουσιάζει τόν ἄνθρωπο τόν ὑποδουλωμένο στήν ἁμαρτία σ᾿ ὅλο τό βάθος καί τήν ἔκταση τῆς διαφθορᾶς του καί ἀκόμη τήν ἐναγώνια προσπάθειά του νά ἐπιστρέψει μέσα ἀπ᾿ τό ἐπίπονο μονοπάτι τῆς μετανοίας κοντά στόν Θεό. Καί τό κάνει χρησιμοποιώντας στόν λόγο του πρῶτο πρόσωπο καί μιλώντας σάν νά πρόκειται γιά τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του.
6. Βιβλιογραφία
Γιά τόν ἀναγνώστη πού θά ἤθελε μιά κάποια εὐρύτερη ἐνημέρωση γύρω ἀπό τή ζωή καί τό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα σημειώνουμε ἐδῶ τίς πιό βασικές εἰδικές μελέτες, πού ὑπάρχουν στά ἑλληνικά καί πού εἴχαμε κι ἐμεῖς ὑπόψη μας.
1. Οἱ περισσότερες ἐκδεδομένες ὁμιλίες του καί ἀρκετοί ὕμνοι του βρίσκονται στή σειρά J.-Ρ. Migne, Patrologia Graeca 97, 805-1444.
2. «Βίος τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἀνδρέου τοῦ ῾Ιεροσολυμίτου, ἀρχιεπισκόπου Κρήτης, συγγραφείς παρά Νικήτα τοῦ πανευφήμου πατρικίου καί κυέστορος». Ἐκδόθηκε ἀπό τόν Ἀθ. Παπαδόπουλο - Κεραμέα στά Ἀνάλεκτα ῾Ιεροσολυμιτικῆς Σταχυολογίας, τόμ. 5ος, Πετρούπολη 1898, σ. 169-179.
3. Μακαρίου τοῦ Μακρῆ, «Βίος τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, ἀρχιεπισκόπου Κρήτης, τοῦ ῾Ιεροσολυμίτου». Ἐκδόθηκε ἀπό τόν Βασίλειο Λαούρδα στά Κρητικά Χρονικά Ζ´ (1953), σ. 63-74. (Παράφρασή του βλέπε στό ἔργο τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Νέον Ἐκλόγιον, Κωνσταντινούπολις 1863, σ. 151-155).
4. Εὐστρατιάδου Σωφρονίου, «Ἀνδρέας ὁ Κρήτης ὁ ῾Ιεροσολυμίτης», Νέα Σιών ΚΘ´ (1934), σ. 673-688 καί Λ´ (1935) σ. 3-10, 147-153, 209-217, 269-283, 321-342 καί 462.
5. Θέμελη Χρυσοστόμου (Μητροπολίτου Μεσσηνίας), «Ὁ Μέγας Κανών» (εἰσαγωγικά τινα), Διδαχή Α´ (1947), σ. 44-66.
6. Τοῦ ἴδιου, «Σχόλια εἰς τόν Μέγαν Κανόνα Ἀνδρέου Κρήτης», Ἁγιορειτική Βιβλιοθήκη ΙΣΤ´ (1951), σ. 46 - ΚΑ´ (1956), σ. 352. (Πολύ σημαντική καί κοπιώδης ἐργασία, ἡ ὁποία μᾶς βοήθησε οὐσιαστικά).
7. Λαούρδα Βασιλείου, «Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ ἐν τῇ Κρίσει καί ἡ Κρήτη ἐπί εἰκονομαχίας», Κρητικά χρονικά Ε´ (1951), σ. 41-49.
8. Νέλλα Παναγιώτου, «Τά ἀνθρωπολογικά καί κοσμολογικά πλαίσια τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Κανόνα», Κοινωνικά ΚΑ´ (1978), σ. 21-29 καί 117-136, καθώς καί στή μελέτη του, Ζῶον θεούμενον, Προοπτικές γιά μιά ὀρθόδοξη κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου, Ἐποπτεία, Ἀθήνα 1979, σ. 183-224.
9. Ξύδη Θεοδώρου, «Ἀνδρέας ὁ Κρήτης ὁ πρῶτος Κανονογράφος», Νέα Ἑστία ΜΕ´ (1949), σ. 292-298 καί στό ἔργο του Βυζαντινή ῾Υμνογραφία, Ἀθῆναι 1978, σ. 52-67.
10. Παπαδοπούλου - Κεραμέως Ἀ., «Ὁ Μέγας Κανών Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης», Ἐκκλησιαστικός Φάρος Γ´ (1910), σ. 501-513.
11. Τωμαδάκη Νικολάου, «Ἀνδρέας ὁ Κρήτης», στή Θ.Η.Ε., τόμ. 2 (Ἀθῆναι 1963), στ. 674-693.
12. Χρήστου Παναγιώτου, «Ὁ Μέγας Κανών Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ΛΓ´ (1950), σ. 217-222 καί 277-285, ΛΔ´ (1951) σ. 25-33 καί ΛΕ´ (1952), σ. 11-21 καί 86-96· καί Ἀνάτυπο, Θεσ/νίκη 1952 (μελέτη πολύ ἀξιόλογη).
[Ἀπό τό βιβλίο: Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών, Ἀδαμιαῖος θρῆνος. Ὁ Μέγας Κανών Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης. Εἰσαγωγή - κείμενο - μετάφραση - σχόλια, 4η ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἀποστολική Διακονία, 2009), 32-40].

Μέγας Κανών: Άγιος Ανδρέας Κρήτης

Η πέμπτη ἑβδομάς τῶν Νηστειῶν εἶναι τό λειτουργικό ἀποκορύφωμα τῆς Τεσσαρακοστῆς. Οἱ ἀκολουθίες εἶναι μακρότερες καί ἐκλεκτότερες. Στή συνήθη ἀκολουθία τῶν λοιπῶν ἑβδομάδων θά προστεθοῦν δύο νέες ἐκτενεῖς ἀκολουθίες·τήν Πέμπτη ὁ Μέγας Κανών καί τό Σάββατο ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος. Κανονικά τό ἀποκορύφωμα αὐτό θά ἔπρεπε νά ἀναζητηθῇ στήν ἑπομένη, στήν ἕκτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, πού εἶναι καί ἡ τελευταία τῆς περιόδου αὐτῆς. Ἀλλά ὅλα στή λατρεία μας ἔχουν τακτοποιηθῆ ἀπό τούς Πατέρας μέ πολλή μελέτη καί περίσκεψι. Μέ «διάκρισι», κατά τήν ἐκκλησιαστική ἔκφρασι. Μετά ἀπό τήν τελευταία ἑβδομάδα ἀκολουθεῖ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάς, μέ πυκνές καί μακρές ἀκολουθίες, ἀνάλογες πρός τά μεγάλα ἑορτολογικά της θέματα. Μεταξύ αὐτῆς καί τοῦ ἀποκορυφώματος τῆς Τεσσαρακοστῆς ἔπρεπε νά μεσολαβήσῃ μία περίοδος σχετικῆς ἀναπαύσεως, μία μικρά ἀνάπαυλα. Τό τόσο λοιπόν ἀνθρωπίνως ἀναγκαῖο μεσοδιάστημα εἶναι ἡ τελευταία ἑβδομάς καί τήν ἔξαρσι τοῦ τέλους βαστάζει ἡ προτελευταία. Τίς δύο θαυμαστές ἀκολουθίες τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, τόν Μέγα Κανόνα καί τόν Ἀκάθιστο ὕμνο, θά σταθοῦμε καί θά τίς ἐξετάσουμε.
Ὁ Μέγας Κανών ψάλλεται τμηματικῶς στά Ἀπόδειπνα τῶν τεσσάρων πρώτων ἡμερῶν τῆς Α' ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν καί ὁλόκληρος στήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τῆς Πέμπτης τῆς Ε' ἑβδομάδος. Στίς ἐνορίες συνήθως ψάλλεται ἀνεξαρτήτως ἀπό τόν Ὄρθρο, ἐν εἴδει μικρᾶς ἀγρυπνίας, τό βράδυ τῆς Τετάρτης μαζί μέ τήν ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου. Κατά τόν τρόπο αὐτό διευκολύνονται περισσότερο οἱ χριστιανοί στήν παρακολούθησί του. Μπορεῖ νά τόν εὕρῃ κανείς μέσα στό λειτουργικό βιβλίο πού περιέχει τίς ἀκολουθίες τῆς Τεσσαρακοστῆς, στό Τριῴδιο, καθώς καί σέ μικρά αὐτοτελῆ φυλλάδια. Ἡ παρακολούθησις τοῦ Κανόνος αὐτοῦ κατά τήν ὥρα τῆς ψαλμῳδίας του εἶναι δύσκολη, γιατί τά νοήματα εἶναι πυκνά καί ταχύς ὁ ρυθμός τῆς ψαλμῳδίας του. Γιά τούς λόγους αὐτούς τά ἐγκόλπια αὐτά εἶναι ἰδιαιτέρως ἀπαραίτητα γιά ὅσους θέλουν νά γνωρίσουν καλλίτερα τόν ὕμνο αὐτόν. Τά κατωτέρω ἄς ἀποτελέσουν μία σύντομο εἰσαγωγή καί βοήθεια γιά τήν κατανόησί του καί μιά παρακίνησι γιά τήν παρακολούθησι τῆς ψαλμῳδίας τοῦ ἐκλεκτοῦ αὐτοῦ λειτουργικοῦ κειμένου.
Καί πρῶτα δυό λόγια γιά τόν ποιητή του. Τόν Μέγα Κανόνα συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης. Μοναχός κατ᾿ ἀρχάς στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα στά Ἱεροσόλυμα, ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη γιά ἐκκλησιαστική ἀποστολή. Ἐκεῖ παρέμεινε καί ἀνέλαβε διάφορα ἐκκλησιαστικά ὑπουργήματα καί τέλος ἀνεδείχθη ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ἀπέθανε γύρω στά 740 μ.Χ. στήν Ἐρεσό τῆς Λέσβου, εἴτε ἐπιστρέφοντας στήν Κρήτη, κατά ἕνα ταξείδι του στήν Κωνσταντινούπολι, εἴτε καί ἐξόριστος ἐκεῖ -ἦταν ὑποστηρικτής τῶν ἁγίων εἰκόνων. Στήν παραλία τῆς Ἐρεσοῦ τιμᾶται μέχρι σήμερα ὁ τάφος του, μία μεγάλη σαρκοφάγος, πού βρίσκεται πίσω ἀπό τό ἅγιο Βῆμα τῆς ἐρειπωμένης Βασιλικῆς τῆς ἁγίας Ἀναστασίας, ὅπου κατά τούς βιογράφους του εἶχε ταφῆ. Ὁ Ἀνδρέας ἦταν λόγιος κληρικός καί ὑμνογράφος. Ἡ φιλολογική καί ὑμνολογική του παραγωγή εἶναι ἀξιόλογος. Τό σπουδαιότερο ὅμως ὑμνογραφικό του ἔργο εἶναι ὁ Μέγας Κανών. Τόν ἔγραψε, ὅπως φαίνεται ἀπό διάφορες ἐνδείξεις, περί τό τέλος τῆς ζωῆς του, κατά δέ τήν μαρτυρία ἑνός Συναξαρίου, στήν Ἐρεσό, λίγο πρίν πεθάνῃ. Ἄν ἡ πληροφορία αὐτή εἶναι ἀληθινή, ὁ Μέγας Κανών εἶναι τό κύκνειο ᾆσμα τοῦ ὑμνογράφου μας.
Γιά νά καταλάβουμε τήν ποιητική του δομή πρέπει νά κάμωμε μία μικρή παρέκβασι. Τό ἔργο αὐτό ἀνήκει στό ποιητικό εἶδος τῶν Κανόνων, πού κατά πολλούς ἔχει τήν ἀρχή του σ᾿ αὐτόν τόν ἴδιο τόν Ἀνδρέα. Εἶναι δέ οἱ Κανόνες ἕνα σύστημα τροπαρίων, πού ἐγράφοντο γιά ἕνα ὡρισμένο λειτουργικό σκοπό: Νά διακοσμήσουν τήν ψαλμῳδία τῶν ἐννέα ᾠδῶν τοῦ Ψαλτηρίου, πού ἐστιχολογοῦντο στόν Ὀρθρο. Ἔψαλλαν τίς ἐννέα ᾠδές καί στούς τελευταίους στίχους τῆς κάθε μιᾶς παρενέβαλλαν τά τροπάρια, ὅπως γίνεται μέχρι σήμερα στούς Ναούς μας κατά τήν ψαλμῳδία τοῦ «Κύριε ἐκέκραξα» στόν ἑσπερινό καί τῶν ψαλμῶν τῶν Αἴνων στόν ὄρθρο. Ἐννέα ἦσαν οἱ ᾠδές τοῦ Ψαλτηρίου, ἐννέα καί οἱ ὁμάδες τροπαρίων πού ἀποτελοῦσαν τόν κανόνα. Ὅλος ὁ κανών ψάλλεται σέ ἕνα ἦχο. Κάθε ὅμως ᾠδή παρουσιάζει μιά μικρή παραλλαγή στήν ψαλμῳδία κατά τρόπο, πού νά διατηρεῖται μέν ἡ μουσική ἑνότης στόν ὅλο Κανόνα, ἀφοῦ ὅλος ψάλλεται στόν ἴδιο ἦχο, ἀλλά καί νά θραύεται καί ἡ μονοτονία μέ τίς παραλλαγές στήν ψαλμῳδία πού παρουσιάζει κάθε μιά ᾠδή. Τόν Κανόνα αὐτόν τῆς συνθέσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ ποιητικοῦ εἴδους ἀκολουθεῖ καί ὁ Μέγας Κανών. Ἔχει ἐννέα ᾠδές·ὅλες ψάλλονται σέ ἦχο πλ. β', κάθε ὅμως ᾠδή ἔχει τό δικό της «εἱρμό», βάσει τοῦ ὁποίου ἔχουν συνταχθῆ καί ψάλλονται τά τροπάριά της.
Ὁ Μέγας ὅμως Κανών στήν μορφή του ἔχει μιά χαρακτηριστική ἰδιορρυθμία. Ἡ ἰδιορρυθμία του συνίσταται στό ὅτι, συγκρινόμενος πρός τούς ἄλλους ὁμοίους του Κανόνες, εἶναι «μέγας». Μέγας στήν ἀπόλυτό του ἔννοια. Μεγαλύτερος δέν μποροῦσε νά ὑπάρξῃ καί τοῦτο γιατί ὁ ποιητής θέλησε νά συνθέσῃ ὄχι τρία ἤ τέσσερα τροπάρια γιά τήν κάθε ᾠδή, ὅπως συνήθως ἔχουν οἱ ἄλλοι Κανόνες, ἀλλά πολύ περισσότερα: Τόσα, ὅσα εἶναι καί οἱ ἄλλοι στίχοι τῶν ᾠδῶν, οὕτως ὥστε στόν καθένα στίχο νά ἀντιστοιχῇ καί νά παρεμβάλλεται κατά τήν ψαλμῳδία ἀπό ἕνα τροπάριο. 250 εἶναι οἱ στίχοι τῶν ᾠδῶν, 250 καί τά τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος, ἐνῷ οἱ συνήθεις Κανόνες ἔχουν γύρω στά 30. Σήμερα τά τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος εἶναι κατά τριάντα περίπου περισσότερα ἀπό τά ἀρχικά. Μεταγενέστεροι ὑμνογράφοι προσέθεσαν τροπάρια γιά τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία καί γιά τόν ἴδιο τόν ἅγιο Ἀνδρέα.
Καί ἐρχόμεθα στό περιεχόμενο τοῦ μεγάλου Κανόνος. Δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνα κύκνειο ᾆσμα, ἕνας θρῆνος προθανάτιος, ἕνας θρηνητικός μονόλογος. Ὁ ποιητής βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του. Αἰσθάνεται ὅτι οἱ ἡμέρες του εἶναι πιά ὀλίγες, ὁ βίος του ἔχει περάσει. Ἀναλογίζεται τόν θάνατο καί τήν κρίσι τοῦ δικαίου Κριτοῦ, πού τόν ἀναμένει. Καί ἔρχεται νά κάμῃ μία ἀναδρομή, μία ἀνασκόπησι τοῦ πνευματικοῦ του κόσμου. Κάθεται νά συζητήσῃ μέ τήν ψυχή του. Ὁ ἀπολογισμός ὅμως δέν εἶναι ἐνθαρρυντικός. Ὁ βαρύς κλοιός τῆς ἁμαρτίας τόν συμπνίγει. Ἡ συνείδησις τόν ἐλέγχει. Καί ὁ ποιητής θρηνεῖ διαρκῶς γιά τήν ἄβυσσο τῶν κακῶν του πράξεων.Στόν θρῆνο αὐτό συμπλέκεται ἡ ἀναδρομή στήν Ἁγία Γραφή. Αὐτό κυρίως δίδει τήν μεγάλη ἔκταση στό ποίημα. Ὁ σύνδεσμος ὅμως τοῦ θρήνου μέ τήν Ἁγία Γραφή εἶναι πολύ φυσικός. Σάν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ ποιητής ἀνοίγει τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀξιολογήσῃ τά πεπραγμένα του. Ἐξετάζει ἕνα πρός ἕνα τά παραδείγματα τοῦ ἱεροῦ βιβλίου. Τό ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως εἶναι κάθε φορά τρομερό καί αἰτία νέων θρήνων. Ἔχει μιμηθῆ ὅλες τίς κακές πράξεις τῶν ἡρώων τῆς ἱερᾶς ἱστορίας, ὄχι ὅμως καί τίς καλές πράξεις τῶν Ἁγίων. Δέν τοῦ μένει παρά ἡ μετάνοια, ἡ συντριβή καί ἡ καταφυγή στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ἀνοίγει ἡ αἰσιόδοξος προοπτική τοῦ ποιητοῦ. Βρῆκε τήν θύρα τοῦ Παραδείσου, τήν μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δέν ἔχει νά παρουσιάσῃ·προσφέρει ὅμως στόν Θεό τή συντετριμένη του καρδιά καί τήν πνευματική του πτωχεία. Τά βιβλικά παραδείγματα τοῦ Δαυίδ, τοῦ τελώνου, τῆς πόρνης καί τοῦ ληστοῦ τόν ἐνθαρρύνουν, Ὁ Κριτής θά εὐσπλαγχνισθῇ καί αὐτόν, πού ἁμάρτησε πιό πολύ ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους.

«Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν

τάς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις;

ποίαν ἀπαρχή ἐπιθήσω, Χριστέ,

τῇ νῦν θρηνῳδίᾳ;

ἀλλ᾿ ὡς εὔσπλαγχνος μοι δός

παραπτωμάτων ἄφεσιν».



ᾨδή β'



«Πρόσεχε, οὐρανέ, καί λαλήσω·

γῆ ἐνωτίζου φωνῆς

μετανοούσης Θεῷ

καί ἀνυμνούσης αὐτόν»..



«Ἴδετε, ἴδετε,

ὅτι ἐγώ εἰμι Θεός·

ἐνωτίζου ψυχή μου,

τοῦ Κυρίου βοῶντος

καί ἀποσπάσθητι τῆς πρώτης ἁμαρτίας

καί φοβοῦ ὡς δικαστήν

καί ὡς κριτήν καί Θεόν».



ᾨδή γ'



«Πῦρ παρά Κυρίου, ψυχή,

Κύριος ἐπιβρέξας,

τήν γῆν Σοδόμων

πρίν κατέφλεξεν».



«Πηγήν ζωῆς κέκτημαι

σέ τοῦ θανάτου τόν καθαιρέτην

καί βοῶ σοι ἐκ καρδίας μου

πρό τοῦ τέλους· Ἥμαρτον,

ἱλάσθητι, σῶσον με»..


Μέσα στό πλαίσιο τῆς κατανυκτικῆς περιόδου τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς «ὁ κατανύξεως μεστός» Μέγας Κανών προσφέρει ἕνα συγκλονιστικό βίωμα. Μπαίνει στό στόμα τοῦ πιστοῦ σάν φωνή, σάν ἐγερτήριο, σάν ἀφυπνιστικός σεισμός. Σάν ἀποστροφή στήν κοιμωμένη καί ραθυμοῦσα ψυχή του. Τοῦτο ἀνακεφαλαιώνει τό θαυμαστό προοίμιο τοῦ κοντακίου τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ, πού συμψάλλεται μέ τόν Μέγα Κανόνα:

«Ψυχή μου, ψυχή μου,
ἀνάστα, τί καθεύδεις
τό τέλος ἐγγίζει
καί μέλλεις θορυβεῖσθαι·
ἀνάνηψον οὖν,
ἵνα φείσηταί σου Χριστός ὁ Θεός,
ὁ πανταχοῦ παρών
καί τά πάντα πληρῶν».


(Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἰ. Μ. Φουντούλη:


ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, ἐκδ. Ἀ. Δ.).

660-740 μ.Χ. Άγιος, υμνογράφος και θεολόγος. Γεννήθηκε στη Δαμασκό. Μοναχός στο μοναστήρι του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ, διέμεινε αργότερα για κάποιο διάστημα στην Κωνσταντινούπολη και εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Κρήτης περίπου το 690. Θεωρείται ο δημιουργός ενός νέου είδους εκκλησιαστικής ποίησης, του κανόνα, που αντικατέστησε το κοντάκιο. Έγραψε τον Μεγάλο Κανόνα και πλήθος θεολογικών και πανηγυρικών ομιλιών. Ο Μέγας Κανών ψάλλεται στην Εκκλησία μας την 5η Πέμπτη της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

14 Μαρ 2010

Φώτης Κόντογλου, Τα ρημοκκλήσια του Μαρουσιού

Άμα χαλαστεί ο άνθρωπος, αρχίζει να σιχαίνεται τα απλά και τα φτωχά πράγματα. Μα πολλές φορές ξανάρχεται στον παλιό εαυτό του, σαν τον μεθυσμένον που ξεμέθυσε, και τότε καταλαβαίνει πάλι μεγάλη όρεξη για την απλότητα, και χαίρεται μέσα του και ειρηνεύει, και θέλει να ζει ταπεινά και ήσυχα. Τότε του αρέσουνε πάλι τα ταπεινά και τ' απονήρευτα πράγματα, και νοιώθει μέσα του την γλυκύτητα του Χριστού και την ειρήνη που είναι μέσα στο Ευαγγέλιο. Γιατί χωρίς απλή καρδιά, αληθινός χριστιανός δεν γίνεται κανένας. Αυτό θα το νοιώσεις από κάποια λόγια των αγίων που λένε: «Όποιος δεν γνώρισε την ειρήνη, δεν γνώρισε τη χαρά. Αν αγαπάς την πραότητα, ζήσε με ειρήνη· κι αν αξιωθείς την ειρήνη, θα χαίρεσαι σε κάθε καιρό. 'Ανθρωπος με πολλές έγνοιες, δεν ειμπορεί να γίνει πράος και ησύχιος. Η ταπείνωση μαζεύει την καρδιά, κι όταν ταπεινωθεί ο άνθρωπος, ευθύς τον σκεπάζει το έλεος. Η προσευχή είναι χαρά. Η βασιλεία των ουρανών, μέσα μας βρίσκεται. Η χαρά που νοιώθει ο άνθρωπος για το Θεό, είναι πιο δυνατή από τούτη τη ζωή. Όποιος φτωχεύει από τα πλούτη του κόσμου, πλουτίζεται με τα πλούτη του Θεού. Όποιος αγαπά τα φανταχτερά πράγματα, δεν μπορεί να έχει ταπεινά αισθήματα, γιατί η καρδιά από μέσα τυπώνεται με τα ίδια σχήματα που είναι απ' έξω». Εσύ που διαβάζεις τούτα που γράφω, μη με βαρεθείς και πεις πως ολοένα σου λέγω τα ίδια, για το Χριστό, για την απλότητα, για την ταπείνωση. Άμα μπορέσει να καταλάβει η καρδιά σου την γέψη τους, θα δεις πως θα μου δώσεις δίκιο. Σου τα λέω και τα ξαναλέω από τον πόθο που έχω να σου μεταδώσω την μια και μόνη αληθινή χαρά, που κ' εγώ άργησα να τη βρω, μα που τη βρήκα με τη βοήθεια του Θεού· κ η αγάπη σε σένα με κάνει να μην σου κρύψω αυτό το μονοπάτι που μ' έβγαλε σ' ένα έμορφο περιβόλι που δεν το υποπτευόμουνα.
Αυτή την ήμερη και κρυφή χαρά του Χριστού (τη λέγω χαρά του Χριστού γιατί Εκείνος μας την έδωσε, και γιατί άλλος κανένας δεν μπορεί να τη δώσει), την έχουνε τα ρημοκκλήσια και τα εξωκκλήσια μας, προπάντων όσα είναι κτισμένα προ τρακόσια χρόνια ίσαμε την Επανάσταση του Εικοσιένα. Αυτόν τον καιρό οι Έλληνες ήτανε βουνίσιοι, δεν γνωρίζανε γράμματα, μα μέσα τους είχανε την κρυφή σοφία της θρησκείας. Είτανε βασανισμένοι, φτωχοί, ταπεινοί, ντροπαλοί, μ' όλο που είτανε καρτερικοί και πολεμούσανε απάνω στα βουνά με παλληκαριά μεγάλη. Από τον καιρό που πάρθηκε η Πόλη, το έθνος μας είτανε πικραμένο, κι' αυτή η πίκρα έκανε την καρδιά μας να πάγει πιο βαθειά. Γιατί η θλίψη φέρνει την υπομονή, κ' υπομονή την ταπείνωση. Για τούτο, αν διαβάσεις τα λόγια που είπε ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος στους στρατιώτες μια μέρα πριν σκοτωθεί, θα κλάψεις· θαρρείς πως είναι τροπάρι της Μεγάλης βδομάδας. Να, αυτό θέλω να πω πως είχανε οι Έλληνες σε κείνα τα χρόνια της σκλαβιάς, και πως η ταπείνωση δεν μπόδιζε την παλληκαριά, ίσια ίσια την έκανε πιο τιμημένη και πιο αληθινή. Για τούτο κύτταξε τι σεμνότητα είχε ο Μπότσαρης, ο Διάκος, ο Κατσαντώνης, ο Ανδρούτσος, ο Βλαχάβας, ο Κανάρης, ο Τομπάζης, ο Κουντουριώτης, ο Τσαμαδός, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ρογών Ιωσήφ, ο Ησαΐας Σαλώνων κ' οι άλλοι καπεταναίοι, κοσμικοί και κληρικοί. Κύτταξε και θα βρεις αυτό που λέγω, στα γραψίματα του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Φωτάκου, του Σκουζέ, στα τραγούδια των τσοπαναρέων. Τυραννισμένος κόσμος, υπομονετικός, Χριστιανός. Ε, απ' αυτή τη συμπαθητική μοσκοβολιά, που θαρρείς πως βγαίνει από τα αγριολούλουδα των βουνών μας, απ' αυτή την ευωδία μοσκοβολάνε τα φτωχά τα ρημοκκλήσια μας, που είναι κτισμένα σε κάθε μέρος, απάνω σε βουνά και σε διάσελα, σε βράχια έρημα και σε κλεισούρες, σε νησιά και σε ακροθαλασσιές, κ' ημερεύουνε την πλάση αυτά τα αγιασμένα σπιτάκια του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων. Σ' όποιο μέρος πας, θα σε καλωσορίσουνε και θα σε προσκαλέσουνε να μπεις μέσα, από την χαμηλή την πόρτα τους, για να σε ειρηνέψουνε και να σε παρηγορήσουνε. Τα βουνά γύρω στην Αθήνα είναι καταστολισμένα απ' αυτά τα ταπεινά προσκυνήματα.

ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΚΑΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ Ι.Ν. ΑΓ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

13 Μαρ 2010

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ Ή ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

Ο ταπεινός Ραϊθηνός μοναχός Δανιήλ στη σύντομη βιογραφία του αναφέρει για τον άγιο Ιωάννη ότι «πια είναι η πόλη που γέννησε και ανάθρεψε τον θείο αυτόν άνδρα πρίν από την αθλητική και ασκητική του ζωή δεν μπορώ ν’ αναφέρω με ακρίβεια και ασφάλεια». Ούτε την καταγωγή του γνωρίζουμε. Πιθανόν να γεννήθηκε το δεύτερο ήμισυ του 6ου αι. Έζησε επί αυτοκράτορος Ιουστίνου του νεώτερου ανηψιού του Ιουστιανιανού.
Σε ηλικία δεκαέξι περίπου χρόνων αφού απόκτησε «την εγκύκλιο κοσμική σοφία», πρόσφερε τον εαυτό του στον Χριστό, ως θυσία ευάρεστη, και εγκαταλείποντας τα εγκόσμια εισήλθε στο ζυγό της μοναχικής πολιτείας στο ονομαστό μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης του θεοβαδίστου όρους Σινά.
Εφαρμόζοντας τέλεια ξενιτεία υποτάχθηκε στο Γέροντα Μαρτύριο «και εμπιστεύθηκε τη ψυχή του στον πνευματικό του πατέρα σαν σε άριστο κυβερνήτη, και έτσι ακίνδυνα ταξίδευε το μεγάλο και επικίνδυνο και τρικυμιώδες ταξίδι της παρούσης ζωής». Έμεινε υποτακτικός για 19 χρόνια τρυγώντας τους καρπούς της μακαρίας υπακοής, ζώντας σε αμεριμνία και προσευχή. Μοναχός έγινε όταν συμπλήρωσε τα 20 του χρόνια. Ο Γέροντας του τον κράτησε για 4 χρόνια δόκιμο παρά την αδιάκριτη υπακοή του ασκώντας τον στη ταπείνωση.
Όταν κάποτε ο Γέροντας Μαρτύριος επισκέφθηκε μαζί με τον άγιο Ιωάννη τον μέγα Αναστάσιο αυτός του αποκάλυψε ότι ο υποτακτικός του ήταν ο μελλοντικός ηγούμενος της Μονής του Σινά.
«Πες μου, αββά Μαρτύριε, από που είναι αυτός ο νέος και ποιος τον έκειρε μοναχό;» είπε ο Γέροντας Αναστάσιος. «Δούλος σου είναι, πάτερ, και εγώ τον έκειρα». «Πωπώ! – αββά Μαρτύριε – του λέει με θαυμασμό – ποιος να το πεί ότι Ηγούμενο του Σινά εκειρες»! Ηγούμενος έγινε ο άγιος Ιωάννης μετά από 40 χρόνια. Παρόμοιο περιστατικό συνέβει με τον άγιο Ιωάννη το Σαββαΐτη που έμενε στη έρημο του Γουδά, δεκαπέντε μίλια από την Μονή Σινά. Κατά την επίσκεψή του αγίου Ιωάννου με τον Γέροντά του έπλυνε τα πόδια μόνο του υποτακτικού. Δίνοντας εξήγηση στον μαθητή του Στέφανο για την πράξη του είπε: « Πίστεψε με, παιδί μου, ότι εγώ δεν γνωρίζω ποιος είναι αυτός ο νέος. Εγώ τον Ηγούμενο του Σινά υποδέχθηκα και τα πόδια του Ηγουμένου ένιψα».
Όταν κοιμήθηκε ο αββάς Μαρτύριος τότε με τις ευχές του ο άγιος Ιωάννης εγκαταλείπει το κοινόβιο και «εξέρχεται στον αγώνα της ησυχαστικής ζωής» ποθώντας να ανέβει την κλίμακα της αρετής. Η ερημική ζωή αρμόζει για λίγους που έχουν πολύ μεγάλη αγάπη πρός τον Θεό. Αυτοί γεμάτοι από θείο έρωτα ποθούν την μακαρία ζωή, την θεία γλυκύτητα. Επειδή ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος ο άγιος Ιωάννης λόγω της ταπεινώσεως του και επειδή δεν εμπιστευόταν την κρίση του κατέφυγε στο άγιο Γέροντα Γεώργιο τον Αρσιλαΐτη, που τον δίδαξε τους τρόπους της ησυχαστικής ζωής.
Ο τόπος των ασκητικών αγώνων του απείχε «πέντε σημεία» δηλ. οκτώ χιλιόμετρα από το Κυριακό της Μονής στην τοποθεσία που λεγόταν «Θολάς». Το σπήλαιο του αγίου, στην πλαγιά ενός βουνού, σε μια άγρια και απαράκλητη περιοχή, βρίσκεται δυτικά της Μονής και απέχει δύο ώρες απ’ αυτή. Σήμερα διαμορφώθηκε σε μικρή εκκλησία προς τιμήν του.
Στην περιοχή αυτή που ύπηρχαν και άλλοι ερημίτες σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο έζησε 40 χρόνια «χωρίς οκνηρία και αμέλεια, πυρπολούμενος πάντοτε από τον διακαή έρωτα και τη φλόγα της θείας αγάπης» με σκοπό να «περιχωρήσει το ασώματον μέσα σε σωματικό οίκο».
«Έτρωγε απ’ όλα όσα επιτρέπονται στους μοναχούς, πολύ λίγο όμως». Με τον τρόπο αυτό συντηρούσε το σώμα του αποφεύγοντας την κενοδοξία. Με τη μνήμη του θανάτου νίκησε την ακηδία και την αμέλεια που κυρίως πλήττει τους ησυχαστές. Με τη μελέτη των μελλόντων αγαθών καταπολεμούσε τη λύπη, αποκτώντας το χαροποιόν πένθος. Πορευόμενος το δρόμο της μετάνοιας χρησιμοποιώντας συνεχώς την αυτομεμψία κέρδισε ως δώρο από τον Κύριο την αγία ταπείνωση και έφθασε στο ύψος της απάθειας.
Ο άγιος Ιωάννης απόκτησε το χάρισμα των δακρύων. « Των δακρύων αυτών το απόκρυφο εργαστήριο σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα και είναι ένα μικρό σπήλαιο που βρίσκεται σε κάποια άκρη, στους πρόποδες του όρους, και σε τόση απόσταση από το δικό του και από κάθε άλλο κελλί». Ο ύπνος του ήταν τόσος όσος ήταν απαραίτητος για να μη βλαφτεί το μυαλό του από την αγρυπνία. Πριν από τον ύπνο προσευχόταν πολύ και έγραφε τα αποτελέσματα της μελέτης της Αγίας Γραφής.
Παρά το ότι ο ίδιος έκρυβε τις αρετές του ο Θεός αποφάσισε ότι έφτασε ο καιρός που έπρεπε να ωφεληθεί η Εκκλησία και να μη μείνει κρυφο το φως που είχε αποκτήσει. Οδήγησε λοιπόν κοντά του ένα νέο μοναχό, τον Μωυσή, που μετά από τις παρακλήσεις άλλων ασκητών τον έκανε μαθητή του. Τον έσωσε δε κάποια μέρα με την προσευχή του όταν κινδύνεψε από κάποιο ογκώδη βράχο που απειλούσε να τον συντρίψει.
Πως έγινε αυτό;
Αφηγείται ο βιογράφος του.
« Ο μέγας πατέρας μας Ιωάννης, ενώ καθόταν στο κελλί του…έπεσε σ’ ένα ελαφρό ύπνο, οπότε βλέπει κάποιον ιεροπρεπή άνδρα, που προσπαθούσε να τον ξυπνήσει και σαν να τον ειρωνευόταν για τον ύπνο, του έλεγε: “Ιωάννη, πως κοιμάσαι αμέριμνος, ενώ ο Μωυσής βρίσκεται σε κίνδυνο”; Πετάχθηκε τότε από τον ύπνο και αρχισε αμέσως να προσεύχεται, χρησιμοποιώντας την προσευχή σαν όπλο για τη σωτηρία του μαθητή του».
Όπως ο ίδιος ο μαθητής του ομολόγησε άκουσε στον ύπνο του τη φωνή του Γέροντά του και πετάχτηκε απότομα και απομακρύνθηκε από το σημείο που βρισκόταν και έτσι σώθηκε από το βράχο που τον απειλούσε.
Ο όσιος ήταν ιατρός των ασθενειών των άλλων μοναχών. Με τη προσευχή του απάλλαξε ένα μοναχό από το πόλεμο της πορνείας που του προκαλούσε θλίψη και απελπισία. Μια άλλη φορά με τη προσευχή του έφερε βροχή.
Ο άγιος δέχθηκε και τον πειρασμό του φθόνου των πονηρών ανθρώπων λόγω της πνευματικής διδασκαλίας του. Αυτοί τον χαρακτήρισαν «λάλον και φλύαρον» με σκοπό να σταματήσουν την τόση ωφέλεια που πρόσφερε. Ο άγιος για ένα περίπου χρόνο σταμάτησε «το μελιστάλακτο ρείθρο του διδασκαλικού του λόγου» και προτίμησε να διδάσκει με τη σιωπή του. Ο άγιος ξανάρχισε τη διδασκαλία του όταν οι ζηλόφθονοι κατήγοροι του «συναισθάνθηκαν ότι έφραξαν μια πηγή τόσης ωφέλειας και έγιναν αίτιοι μεγάλης βλάβης σε όλους, και άρχισαν να τον ικετεύουν και να τον παρακαλούν μαζί με τους άλλους να συνεχίσει το λόγο της διδαχής του, ώστε να μη ζημιώνωνται με τη σιωπή του, εκείνοι που επιζητούσαν τα σωτήρια λόγια».
Πλήρης αρετών, απαθής, κατέβη από το όρος όπως παλαιά ο Μωυσής και έγινε Ηγούμενος της Μονής Σινά. Κατά την ενθρόνιση του ήσαν παρόντες 600 προσκυνητές που καθισμένοι στην τράπεζα έβλεπαν τον προφήτη Μωυσή λευκοφορεμένο να διακονεί δίνοντας οδηγίες στους μαγείρους, στους οικονόμους και σ’ όσους άλλους διακονούσαν.
Ο Ηγούμενος της Ραϊθώ παρεκάλεσε με γράμμα του να του εκθέσει μεθοδικά και συντομα όσα αφορούν τη μοναχική πολιτεία και τους μοναχούς. Ανταποκρινόμενος ο άγιος Ιωάννης έγραψε το έργο « Πλάκαι του Πνευματικού Νόμου», αυτό που είναι σήμερα γνωστό ως «Κλίμαξ». Από αυτό πήρε και την ονομασία του Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος.
Στο έργο αυτό παρουσιάζει μια σκάλα (Κλίμακα) με 30 σκαλοπάτια την οποίαν πρέπει να ανέβει ο μοναχός για να φθάσει στη ουράνια πύλη που τον περιμένει ο Χριστός. Μέσα στους 30 λόγους αυτής της «ορθόδοξης εγκυκλοπαίδειας της πνευματικής ζωής» εισάγει τη ψυχή στον πνευματικό αγώνα και στη διάκριση των λογισμών. Διδάσκει την πρακτική εφαρμογή των ευαγγελικών εντολών και οδηγεί όσους ακούσουν και εφαρμόσουν όσα γράφει στην αιώνια ζωή.
Στο τέλος της ζωής του άφησε το ηγουμενικό αξίωμα αφού όρισε ως διάδοχο του τον αδελφό του Γεώργιο. « Όταν δε επρόκειτο να πορευθεί στον Κύριον ο νέος μας Μωυσής, ο οσιώτατος Ηγούμενος Ιωάννης, βρισκόταν δίπλα του κλαίοντας ο αββάς Γεώργιος, ο αδελφός του, και του έλεγε: « Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα, εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ, κύριε μου, δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω τη συνοδία. Και τώρα προπέμπω εγώ εσένα»! Του απάντησε τότε ο αββάς Ιωάννης: « Να μή λυπάσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Έτσι και έγινε. Μέσα σε δέκα μήνες απήλθε και αυτός πρός τον Κύριο.
Ο άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου του σε ηλικία 75 ετών. Η Εκκλησία τον κατέταξε στους Οσίους της. Τον τιμά δύο φορές, στις 30 Μαρτίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών.
Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
Αναδημοσίευση από το vatopaidi.wordpress.com

Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ

Ο άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Παλαιστίνη γύρω στα 523. Μόνασε από νεαρή ηλικία (16 ετών). Παρακολούθησε ανώτερο κύκλο μορφώσεως. Στην ζωή της ερήμου Σινά αξιοποίησε την σοφία του και ανέβηκε σε υψηλές κορυφές αγιότητας. Είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας. Σε μεγάλη ηλικία έγινε ηγούμενος της μονής του Σινά.
Συνέγραψε τριάντα λόγους περί αρετής, όπου ο καθένας λόγος περιλαμβάνει και μια αρετή, ξεκινώντας από τις πιο πρακτικές και ανεβαίνοντας σαν σκαλοπάτια κατέληξε στις θεωρητικά υψηλές. Στη πνευματική ζωή έχουμε βαθμίδες χαμηλές και υψηλές, καταστάσεις κατώτερες και ανώτερες. Γι' αυτό και το σύγγραμμα ονομάζεται Κλίμακα των αρετών.
Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζει συστηματικά τις ιδέες του για την κοινοβιακή κυρίως, αλλά και για την ερημιτική ζωή, ταξινομώντας αυτές κατά τρόπο που δείχνει πορεία προς την ηθική τελείωση. Είναι γραμμένο σε κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη μέ χάρη και μελωδικότητα. Εχει διαύγεια, γλαφυρότητα, παραστατικότητα και παρουσιάζει πλούτο εκφράσεως, καλαισθησία και ευγένεια. Στη διακόσμηση του λόγου με εικόνες και παρομοιώσεις ο ιερός συγγραφέας είναι απαράμιλλος. Πάσης φύσεως σχήματα λόγου αναδύονται καθώς και ωραίες και επιτυχημένες προσωποποιήσεις.
Οι διδασκαλίες του είναι ολοκάθαρα νάματα που προέρχονται από αγιασμένη πηγή. Είναι ένα θεόπνευστο κείμενο. Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι θαυμάζουν τον συγγραφέα της Κλίμακας για την βαθύτητα των ψυχολογικών του γνώσεων και παρατηρήσεων, και διαπιστώνουν ότι τα τελευταία αξιόλογα πορίσματα της ψυχολογίας του Βάθους ήταν γνωστά στους Πατέρες της ερήμου.
Ο Άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου το 603, σε ηλικία ογδόντα ετών. Από την αρχή της Σαρακοστής το σύγγραμμά του διαβάζεται σε όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια.
Επειδή είναι παγκόσμιο κειμήλιο αναλύσεως όλων των παθών και των αρετών, η Εκκλησία τιμά ιδιαίτερα σε αυτή τη πνευματική περίοδο τον συγγραφέα άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και το προτείνει για ανάγνωσμα.

 Οσίου Ιωάννου "Κλίμαξ" Έκδοσις Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού.

10 Μαρ 2010

Ο Άγιος Ιεράρχης Δαβίδ της Ουαλίας, Επίσκοπος της Μενέβια (†601)

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΑΒΙΔ γεννήθηκε τον έκτο αιώνα στην Ουαλία. Από νεαρά ηλικία εκάρη μοναχός και σπούδασε πολλά χρόνια όντας ιερέας. Σύμφωνα με μια παράδοση εξελέγη Επίσκοπος από τον Πατριάρχη της Ιερουσαλήμ, όταν ο Δαβίδ πήγε εκεί για να προσκυνήσει. Εργάστηκε σκληρά για να διαδώσει τον Χριστιανισμό στην Ουαλία, ειδικά στη νοτιοδυτική Ουαλία, στο σημερινό Πεμπροκσάιρ. Εκεί ίδρυσε ένα μοναστήρι στο Μάινιου (λατ. Mynyw, Μενέβια), σημερινό Σεν Ντέιβιντς, και τιμάται ως ο πρώτος επίσκοπος του Σεν Ντέιβιντς.
Ο Δαβίδ και οι μοναχοί του ακολουθούσαν ένα πολύ αυστηρό κανόνα, έπιναν δηλαδή μόνο νερό και έτρωγαν μόνο ψωμί και λαχανικά. Μιμούμενοι τις συνήθειες των μοναχών στην έρημο της Αιγύπτου που συνδύαζαν χειρονακτική εργασία και μελέτη, το μοναστήρι του έγινε κοιτίδα αγίων. Προσωπικά ο Δαβίδ ήταν ένας ιδιαίτερα φιλεύσπλαχνος άνθρωπος και έκανε συχνά πνευματικές και σωματικές ασκήσεις. Μια αγαπημένη του ασκητική πράξη ήταν να λέει απ' έξω τους Ψαλμούς βουτηγμένος σε κρύο νερό.
Γνωρίζουμε ότι έλαβε μέρος στη Σύνοδο στο Μπρέβυ το 545 και εκεί λέγεται ότι εξελέγη ομόφωνα Αρχιεπίσκοπος και το μοναστήρι του ανακηρύχτηκε Μητέρα-Εκκλησία όλης της Ουαλίας. Λέγεται ότι ίδρυσε 12 μοναστήρια, ένα από τα οποία πρέπει να ήταν στο Γκλάστονμπερυ στο Σόμερσετ, το μέρος όπου ο Απόστολος Αριστόβουλος εκ των 70 και ο Δίκαιος Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας κήρυξαν, κατά την παράδοση, πρώτοι το Ευαγγέλιο στη Βρετανία και έχτισαν την πρώτη εκκλησία αιώνες πριν.
Ο άγιος Δαβίδ έκανε πολλά θαύματα ήδη ενόσω ζούσε. Μετά την κοίμησή του γύρω στο 600, άρχισε να τιμάται ευρέως στη νότιο Ουαλία, όπως επίσης και στην Ιρλανδία, την Κορνουάλη και την Βρετάνη. Μάλιστα κάποιοι πιστεύουν ότι ταξίδεψε πραγματικά στην Κορνουάλη και την Βρετάνη και ίδρυσε κι εκεί μοναστήρια.
Τα λείψανα του αγίου Δαβίδ σώζονται μέχρι σήμερα και φυλάσσονται στον καθεδρικό ναό του στο Σεν Ντέιβιντς. Ο άγιος Δαβίδ συνδέεται με τον νάρκισσο (ασφόδελο), το εθνικό λουλούδι της Ουαλίας, που λέγεται πως φύτρωσε γύρω από την περιοχή που είναι το μοναστήρι του. Το πράσο, άλλο εθνικό σύμβολο της Ουαλίας, λέγεται πως φύτρωσε άγριο στο ίδιο μέρος και πως αποτέλεσε τη βάση της διατροφής του αγίου Δαβίδ και των μοναχών του. Η γιορτή του αγίου Δαβίδ, η εθνική εορτή της Ουαλίας, είναι την 1η Μαρτίου.

Μτφρ.: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
http://www.oodegr.com/english/biographies/arxaioi/David_Wales.htm