31 Ιαν 2010
Ο Όσιος Αρσένιος o εν Πάρω
Ο όσιος Αρσένιος Σεργίου Σεργιάδης, κατά κόσµον Αθανάσιος, γεννήθηκε στα Ιωάννινα το έτος 1800 από ευσεβείς και εναρέτους γονείς.
Πολύ νωρίς έµεινε ορφανός και από πατέρα και από µητέρα. Σε ηλικία εννέα ετών ήρθε στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου µε τη φροντίδα του Σχολάρχη Αρχιµανδρίτη Γρηγορίου, ανδρός εναρέτου και λογίου, ενεγράφη στην εκεί Σχολή.
Στην Σχολή αυτή φοίτησε για πέντε χρόνια. Κατά τα τελευταία χρόνια των σπουδών του γνώρισε τον περίφηµο γέροντα Δανιήλ. Αυτόν ακολούθησε στο αγιο Όρος, όπου και εκάρη µοναχός µε το όνοµα Αρσένιος. Κατά την εξαετή παραµονή του στον Άθωνα έδωσε τον εαυτό του ως πρότυπο µοναχού. Ακολουθώντας τον γέροντα του Δανιήλ ήρθε στην Ιερά Μονή Πεντέλης και στην συνέχεια στην Πάρο και µάλιστα στις ιερές Μονές Λογγοβάρδας και Αγίου Αντωνίου Μαρπήσσης. Κατόπιν τον βλέπουµε στα νησιά Σίκινο και Φολέγανδρο. Εδώ χειροτονείται Διάκονος και διορίζεται ελληνοδιδάσκαλος, ωφελώντας πολλαπλά και τα µέγιστα στην πνευµατική, ηθική, κοινωνική και εθνική εξύψωση του επιπέδου του λαού. Στη Φολέγανδρο παρέµεινε αρκετά χρόνια, εργαζόµενος άοκνα ιεραποστολικώς.
Μετά την κοίµηση του γέροντός του Δανιήλ και παρά τις αvτιδράσεις των Φολεγανδρίων, ανεχώρησε µε το σκεπτικό να επανέλθει στο Άγιο Όρος. Όµως, διερχόµενος από την Πάρο και στην Μονή Αγίου Γεωργίου, συνάντησε τον εξ Ηπείρου επισης καταγόµενο αρχιµανδρίτη Ηλία Γεωργιάδη, Ιεροκήρυκα Κυκλάδων, ανθρωπον σοφίας και αρετής. Ο γέροντας αυτός, µε φώτιση Θεού, προέτρεψε τον Αρσένlο τότε να µη µεταβεί στον Άθωνα, αλλά να παραµείνει στην Πάρο, πράγµα και που έπραξε. Και στην Μονή Αγίου Γεωργίου Πάρου, ωσαύτως διέπρεψε στους πνευµατικούς αγώνες. Η ζωή του ήταν ζωή άκρας ασκήσεως. Προσευχόταν αδιάλειπτα, µελετούσε νυχθηµερόν τον θείο λόγο. Ελάχιστα έτρωγε και κοιµόταν τόσο µόνο, όσα να ζει. Ζούσε ως επιγειος αγγελος. Οι πατέρες, βλέποντας την υποµονή, την ταπείνωση, την πραότητα, την ευσέβεια και αγιότητά του, του πρότειναν να χειροτονηθεί Πρεσβύτερος. Μα αυτός ο µακάριος, από πολλή ταπείνωση και από επίγνωση του ύψους της Ιερωσύνης, δεν δεχόταν. Παρά ταύτα, κατόπιν πολλών πιέσεων και τη προτροπή του τότε Μητροπολίτη Κυκλάδων Δανιήλ, εδέχθη, αφήνοντας διαχρονικό υπόδειγµα υπακοής και Ιερωσύνης. Διακρίθηκε σε όλες τις αρετές και ανεδείχθη ισάξιος των παλαιών κορυφαίων του Μοναχισµού. Όσο ελάχιστοι, τίµησε την ιδιότητα του Ιερέως και την ιδιότητα τοιι Μοναχού. Ένεκα τούτου, πλήθη πιστών από τα πέρατα της πατρίδος αθρόως προσήρχοντο προς αυτόν, για να του εναποθέσουν το βάρος των αµαρτιών και των προβληµάτων τους, για να δεχθούν την διδαχή και την ευλογία του, για να πνευµατοποιηθούν.
Η φήµη του ως Αγίου είχε ήδη περάσει στον λαό του Θεού, ενώ ακόµα βρισκόταν στη ζωή αυτή. Μετά από την τελευτή του γέροντος Ηλίο, εξελέγη Ηγούµενος της Μονής Αγίου Γεωργίου. Επειδή όµως καθηµερινά πλήθη πιστών τον ζητούσαν, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τις διοικητικές µέριµνες και να στραφεί τελείως στο πνευµατικό έργο. Παράλληλα εκάλυπτε και τις λειτουργικές και πνευµατικές ανάγκες των µοναζουσών της Μονής Χριστού Δάσους Πάρου.
Η συνεχής καταπόνηση, η σκληρή ασκηση και η σωµατική και πνευµατική κόπωση, υπέσκαψαν την υγεία του. Οι δυνάµεις του άρχισαν να εξασθενούν. Προαισθάνθηκε το τέλος του. Συγκέντρωσε τις µοναχές και τους έδωσε τις τελευταίες του νουθεσίες. Την 30ή Ιανουαρίου του 1877, µετά τη Θεία Λειτουργία τους είπε: "Αυτή, παιδιά µου, είναι η τελευταία Λειτουργία που ετέλεσα". Και την επόµενη, 31η Ιανουαρίου, επειτα από µια ζωή που υπήρξε θυσία ζώσα προς τον Τριαδικό Θεό και ενας ανέσπερος πνευµατικός φόρος, παρέδωσε το πνεύµα στον Ύψιστο, τον αποίο από βρέφος αγάπησε, υπηρέτησε, εδόξασε και στον οπαία ανεπέθεσε τη ζωή του. Τα τελευταία του λόγια ήταν τα εξής "Κύριε, εις χειράς σου παρατίθηµι τούτο το ποίµνιο που µου ενεπιστώθης. Σος είµι εγώ, Κύριε, ότι τα δικαιώµατά Σου εξεζήτησα".
Την κοίµησή του όλος ο λαός της Πάρου οµοθυµαδόν θρήνησε και έσπευσε να αποχαιρετήσει τον αγιο, τον Προστάτη του, τον πνευµατικό του οδηγό. Το ιερό του λείψανο τέθηκε επί τρεις µέρες σε λαϊκό προσκύνηµα. Οι εκδηλώσεις ευλαβείας του λαού ήταν απερίγραπτες. Ο λαός της Πάρου και όταν ζούσε ο όσιος Αρσένιος τον θεωρούσε Άγιο, αλλά και αµέσως µετά την κοίµησή του. Και η Εκκλησία µας, τον Ιούνιο του 1967 και επισηµα τον ανακήρυξε αγιο.
Ο αγιος Αρσένιος ένεκα της αγιότητάς του έλαβε από τον Θεό και όταν ακόµα βρισκόταν στη ζωή, το χάρισµα των θαυµάτων. Eίvαι πάρα πολλά τα θαύµατά του, που ο λαός της Πάρου, αλλά και εκτός Πάρου, γνωρίζει και διηγείται. Έτσι, σε καιρό ανοµβρίας, ως άλλος Προφήτης Ηλίας, άνοιξε τους κρουνούς του ουρανού και έφερε βροχή ευεργετική. Αλλά και λάδι µετέφερε µέσα σε καλάθια. Εθεράπευε και βέβαια θεραπεύει ασθενείς, διασώζει από κινδύνους, αποµακρύνει δαιµόνια, επιλύει προβλήµατα της ζωής και µε κάθε τρόπο δείχνει την παρουσία του εντός και εκτός της Μονής Χριστού.
Η μνήμη του τιμάται στις 31 Ιανουαρίου.
Πολύ νωρίς έµεινε ορφανός και από πατέρα και από µητέρα. Σε ηλικία εννέα ετών ήρθε στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου µε τη φροντίδα του Σχολάρχη Αρχιµανδρίτη Γρηγορίου, ανδρός εναρέτου και λογίου, ενεγράφη στην εκεί Σχολή.
Στην Σχολή αυτή φοίτησε για πέντε χρόνια. Κατά τα τελευταία χρόνια των σπουδών του γνώρισε τον περίφηµο γέροντα Δανιήλ. Αυτόν ακολούθησε στο αγιο Όρος, όπου και εκάρη µοναχός µε το όνοµα Αρσένιος. Κατά την εξαετή παραµονή του στον Άθωνα έδωσε τον εαυτό του ως πρότυπο µοναχού. Ακολουθώντας τον γέροντα του Δανιήλ ήρθε στην Ιερά Μονή Πεντέλης και στην συνέχεια στην Πάρο και µάλιστα στις ιερές Μονές Λογγοβάρδας και Αγίου Αντωνίου Μαρπήσσης. Κατόπιν τον βλέπουµε στα νησιά Σίκινο και Φολέγανδρο. Εδώ χειροτονείται Διάκονος και διορίζεται ελληνοδιδάσκαλος, ωφελώντας πολλαπλά και τα µέγιστα στην πνευµατική, ηθική, κοινωνική και εθνική εξύψωση του επιπέδου του λαού. Στη Φολέγανδρο παρέµεινε αρκετά χρόνια, εργαζόµενος άοκνα ιεραποστολικώς.
Μετά την κοίµηση του γέροντός του Δανιήλ και παρά τις αvτιδράσεις των Φολεγανδρίων, ανεχώρησε µε το σκεπτικό να επανέλθει στο Άγιο Όρος. Όµως, διερχόµενος από την Πάρο και στην Μονή Αγίου Γεωργίου, συνάντησε τον εξ Ηπείρου επισης καταγόµενο αρχιµανδρίτη Ηλία Γεωργιάδη, Ιεροκήρυκα Κυκλάδων, ανθρωπον σοφίας και αρετής. Ο γέροντας αυτός, µε φώτιση Θεού, προέτρεψε τον Αρσένlο τότε να µη µεταβεί στον Άθωνα, αλλά να παραµείνει στην Πάρο, πράγµα και που έπραξε. Και στην Μονή Αγίου Γεωργίου Πάρου, ωσαύτως διέπρεψε στους πνευµατικούς αγώνες. Η ζωή του ήταν ζωή άκρας ασκήσεως. Προσευχόταν αδιάλειπτα, µελετούσε νυχθηµερόν τον θείο λόγο. Ελάχιστα έτρωγε και κοιµόταν τόσο µόνο, όσα να ζει. Ζούσε ως επιγειος αγγελος. Οι πατέρες, βλέποντας την υποµονή, την ταπείνωση, την πραότητα, την ευσέβεια και αγιότητά του, του πρότειναν να χειροτονηθεί Πρεσβύτερος. Μα αυτός ο µακάριος, από πολλή ταπείνωση και από επίγνωση του ύψους της Ιερωσύνης, δεν δεχόταν. Παρά ταύτα, κατόπιν πολλών πιέσεων και τη προτροπή του τότε Μητροπολίτη Κυκλάδων Δανιήλ, εδέχθη, αφήνοντας διαχρονικό υπόδειγµα υπακοής και Ιερωσύνης. Διακρίθηκε σε όλες τις αρετές και ανεδείχθη ισάξιος των παλαιών κορυφαίων του Μοναχισµού. Όσο ελάχιστοι, τίµησε την ιδιότητα του Ιερέως και την ιδιότητα τοιι Μοναχού. Ένεκα τούτου, πλήθη πιστών από τα πέρατα της πατρίδος αθρόως προσήρχοντο προς αυτόν, για να του εναποθέσουν το βάρος των αµαρτιών και των προβληµάτων τους, για να δεχθούν την διδαχή και την ευλογία του, για να πνευµατοποιηθούν.
Η φήµη του ως Αγίου είχε ήδη περάσει στον λαό του Θεού, ενώ ακόµα βρισκόταν στη ζωή αυτή. Μετά από την τελευτή του γέροντος Ηλίο, εξελέγη Ηγούµενος της Μονής Αγίου Γεωργίου. Επειδή όµως καθηµερινά πλήθη πιστών τον ζητούσαν, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τις διοικητικές µέριµνες και να στραφεί τελείως στο πνευµατικό έργο. Παράλληλα εκάλυπτε και τις λειτουργικές και πνευµατικές ανάγκες των µοναζουσών της Μονής Χριστού Δάσους Πάρου.
Η συνεχής καταπόνηση, η σκληρή ασκηση και η σωµατική και πνευµατική κόπωση, υπέσκαψαν την υγεία του. Οι δυνάµεις του άρχισαν να εξασθενούν. Προαισθάνθηκε το τέλος του. Συγκέντρωσε τις µοναχές και τους έδωσε τις τελευταίες του νουθεσίες. Την 30ή Ιανουαρίου του 1877, µετά τη Θεία Λειτουργία τους είπε: "Αυτή, παιδιά µου, είναι η τελευταία Λειτουργία που ετέλεσα". Και την επόµενη, 31η Ιανουαρίου, επειτα από µια ζωή που υπήρξε θυσία ζώσα προς τον Τριαδικό Θεό και ενας ανέσπερος πνευµατικός φόρος, παρέδωσε το πνεύµα στον Ύψιστο, τον αποίο από βρέφος αγάπησε, υπηρέτησε, εδόξασε και στον οπαία ανεπέθεσε τη ζωή του. Τα τελευταία του λόγια ήταν τα εξής "Κύριε, εις χειράς σου παρατίθηµι τούτο το ποίµνιο που µου ενεπιστώθης. Σος είµι εγώ, Κύριε, ότι τα δικαιώµατά Σου εξεζήτησα".
Την κοίµησή του όλος ο λαός της Πάρου οµοθυµαδόν θρήνησε και έσπευσε να αποχαιρετήσει τον αγιο, τον Προστάτη του, τον πνευµατικό του οδηγό. Το ιερό του λείψανο τέθηκε επί τρεις µέρες σε λαϊκό προσκύνηµα. Οι εκδηλώσεις ευλαβείας του λαού ήταν απερίγραπτες. Ο λαός της Πάρου και όταν ζούσε ο όσιος Αρσένιος τον θεωρούσε Άγιο, αλλά και αµέσως µετά την κοίµησή του. Και η Εκκλησία µας, τον Ιούνιο του 1967 και επισηµα τον ανακήρυξε αγιο.
Ο αγιος Αρσένιος ένεκα της αγιότητάς του έλαβε από τον Θεό και όταν ακόµα βρισκόταν στη ζωή, το χάρισµα των θαυµάτων. Eίvαι πάρα πολλά τα θαύµατά του, που ο λαός της Πάρου, αλλά και εκτός Πάρου, γνωρίζει και διηγείται. Έτσι, σε καιρό ανοµβρίας, ως άλλος Προφήτης Ηλίας, άνοιξε τους κρουνούς του ουρανού και έφερε βροχή ευεργετική. Αλλά και λάδι µετέφερε µέσα σε καλάθια. Εθεράπευε και βέβαια θεραπεύει ασθενείς, διασώζει από κινδύνους, αποµακρύνει δαιµόνια, επιλύει προβλήµατα της ζωής και µε κάθε τρόπο δείχνει την παρουσία του εντός και εκτός της Μονής Χριστού.
Η μνήμη του τιμάται στις 31 Ιανουαρίου.
30 Ιαν 2010
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ, ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ: ΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Η παραβολή του Ασώτου υιού διαβάζεται στις εκκλησίες καθώς οι πιστοί αρχίζουν να προετοιμάζονται για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τον καιρό της μετανοίας. Ίσως δε πουθενά αλλού στα ευαγγέλια να μην αποκαλύπτεται καλύτερα η ουσία της μετανοίας. Ο άσωτος υιός άφησε το σπίτι του και πήγε "εις χώραν μακράν"• αυτή δε ή "μακρά χώρα", αυτή η ξένη χώρα μας δείχνει επίσης τη βαθύτερη ουσία της δικής μας ζωής, της δικής μας κατάστασης. Μόνο όταν το καταλάβουμε, θα μπορέσουμε να αρχίσουμε την επιστροφή στην αυθεντική ζωή. Ο άνθρωπος που ποτέ δεν αισθάνθηκε αυτή την απόσταση, ακόμη και για μια φορά στη ζωή του, που ποτέ δεν έχει νιώσει πως βρίσκεται σε μια πνευματική έρημο, απομονωμένος, εξόριστος, δεν μπορεί ποτέ να καταλάβει το νόημα του Χριστιανισμού.
Ο άνθρωπος που αισθάνεται εντελώς "σαν στο σπίτι του" σ' αυτόν τον κόσμο, που ποτέ δε δοκίμασε νοσταλγία για μια διαφορετική πραγματικότητα, δεν μπορεί να κατανοήσει τις τύψεις, ούτε τη μετάνοια. Και αυτή δεν είναι απλώς μια τυπική απαρίθμηση των ελαττωμάτων, των λαθών, ακόμη και των εγκλημάτων κάποιου. Οι τύψεις και η μετάνοια γεννιούνται από το αίσθημα της αποξένωσης από το Θεό και από τη χαρά που δίνει η κοινωνία μαζί Του. Είναι σχετικά εύκολο να παραδεχθώ τα λάθη και τα ελαττώματά μου, αλλά πόσο δυσκολότερο είναι να αναγνωρίσω ξαφνικά πως έχω συντρίψει, προδώσει, και χάσει την πνευματική μου ομορφιά, πως βρίσκομαι τόσο μακριά από το αληθινό μου σπίτι, από την αληθινή μου ζωή• πως κάτι στο ίδιο το υλικό της ζωής μου, κάτι πολύτιμο, καθαρό και όμορφο έχει καταστραφεί και διαλυθεί. Μετάνοια είναι ακριβώς αυτή η αναγνώριση, και γι’ αυτό περιλαμβάνει κατ' ανάγκην τη βαθιά επιθυμία επιστροφής, την επανεύρεση του χαμένου σπιτιού.
Ξαφνικά αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πως ο ουράνιος Πατέρας μου έχει δώσει ένα θησαυροφυλάκιο με ανεκτίμητα δώρα: πρώτον, την ίδια τη ζωή και τη δυνατότητα να τη χαίρομαι γνήσια, που σημαίνει πως μπορώ να τη μεταμορφώσω σε νόημα, αγάπη, γνώση. Και δεύτερον μου έδωσε μια νέα ζωή μέσω του Υιού Του Ιησού Χριστού. Μου έδειξε την αιώνια Βασιλεία Του, τη χαρά και την ειρήνη του αγίου Πνεύματος. Μου δόθηκε ή γνώση του Θεού και μ' αυτή τη γνώση μου δόθηκε ή δύναμη να γίνω ένα ελεύθερο και αγαπητό παιδί του Θεού. Τα έχασα όλα αυτά, τα απέρριψα, όχι μόνο με συγκεκριμένες "αμαρτίες" και "παραβάσεις", αλλά με τη μεγαλύτερη αμαρτία: με την αναχώρησή μου "εις χώραν μακράν", με την επιλογή μιας ξένης χώρας, με το χωρισμό, με την απόσυρση...
Ο άσωτος υιός όμως θυμήθηκε. Θυμήθηκε τον Πατέρα, το σπίτι του Πατέρα, και τη χαμένη χαρά της ζωής. Σηκώθηκε και επέστρεψε, και ο Πατέρας τον δέχθηκε και τον συγχώρησε. Κατά τη διάρκεια αυτών των Κυριακών της προετοιμασίας πριν από τη Σαρακοστή στην εκκλησία ψάλλουμε τους στίχους του 136ου Ψαλμού: "Επί των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών...". Ψάλλουμε αυτόν τον ύμνο της εξορίας και της αποξένωσης, αλλά και της μετάνοιας, της αγάπης και της επιστροφής. Να μπορούσαμε μόνο να ξεφύγουμε από τη μικρότητα της ζωής και να καταφεύγαμε στη μνήμη της καρδιάς και της ψυχής που αναγνωρίζει πως αυτή δεν μπορεί να είναι η πραγματική ζωή, δεν είναι η ζωή που θα έπρεπε πραγματικά να ζούμε. Μέσα από μια μυστηριώδη και μυστική μνήμη, η καρδιά και η ψυχή γνωρίζουν και θυμούνται τον "απολεσθέντα οίκο του Πατρός" και τη χαμένη χαρά της ζωής.
"Αναστάς πορεύσομαι...". Πόσο απλό αλλά καί πόσο δύσκολο. Από αυτά όμως τα λόγια εξαρτώνται όλα τα άλλα, στη ζωή μου αλλά και στη ζωή του κόσμου που με περιβάλλει. Όλα εξαρτώνται από την αυθεντική μετάνοια, από αυτόν το φωτισμό του νου, της καρδιάς και της ψυχής που αναγνωρίζει ταυτόχρονα το σκοτάδι, την πίκρα και τη θλίψη της πεσμένης μας ζωής, και το φως της θείας αγάπης, που προσδοκά ανά πάσα στιγμή να πληρώσει αυτή τη ζωή.
Ο άνθρωπος που αισθάνεται εντελώς "σαν στο σπίτι του" σ' αυτόν τον κόσμο, που ποτέ δε δοκίμασε νοσταλγία για μια διαφορετική πραγματικότητα, δεν μπορεί να κατανοήσει τις τύψεις, ούτε τη μετάνοια. Και αυτή δεν είναι απλώς μια τυπική απαρίθμηση των ελαττωμάτων, των λαθών, ακόμη και των εγκλημάτων κάποιου. Οι τύψεις και η μετάνοια γεννιούνται από το αίσθημα της αποξένωσης από το Θεό και από τη χαρά που δίνει η κοινωνία μαζί Του. Είναι σχετικά εύκολο να παραδεχθώ τα λάθη και τα ελαττώματά μου, αλλά πόσο δυσκολότερο είναι να αναγνωρίσω ξαφνικά πως έχω συντρίψει, προδώσει, και χάσει την πνευματική μου ομορφιά, πως βρίσκομαι τόσο μακριά από το αληθινό μου σπίτι, από την αληθινή μου ζωή• πως κάτι στο ίδιο το υλικό της ζωής μου, κάτι πολύτιμο, καθαρό και όμορφο έχει καταστραφεί και διαλυθεί. Μετάνοια είναι ακριβώς αυτή η αναγνώριση, και γι’ αυτό περιλαμβάνει κατ' ανάγκην τη βαθιά επιθυμία επιστροφής, την επανεύρεση του χαμένου σπιτιού.
Ξαφνικά αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πως ο ουράνιος Πατέρας μου έχει δώσει ένα θησαυροφυλάκιο με ανεκτίμητα δώρα: πρώτον, την ίδια τη ζωή και τη δυνατότητα να τη χαίρομαι γνήσια, που σημαίνει πως μπορώ να τη μεταμορφώσω σε νόημα, αγάπη, γνώση. Και δεύτερον μου έδωσε μια νέα ζωή μέσω του Υιού Του Ιησού Χριστού. Μου έδειξε την αιώνια Βασιλεία Του, τη χαρά και την ειρήνη του αγίου Πνεύματος. Μου δόθηκε ή γνώση του Θεού και μ' αυτή τη γνώση μου δόθηκε ή δύναμη να γίνω ένα ελεύθερο και αγαπητό παιδί του Θεού. Τα έχασα όλα αυτά, τα απέρριψα, όχι μόνο με συγκεκριμένες "αμαρτίες" και "παραβάσεις", αλλά με τη μεγαλύτερη αμαρτία: με την αναχώρησή μου "εις χώραν μακράν", με την επιλογή μιας ξένης χώρας, με το χωρισμό, με την απόσυρση...
Ο άσωτος υιός όμως θυμήθηκε. Θυμήθηκε τον Πατέρα, το σπίτι του Πατέρα, και τη χαμένη χαρά της ζωής. Σηκώθηκε και επέστρεψε, και ο Πατέρας τον δέχθηκε και τον συγχώρησε. Κατά τη διάρκεια αυτών των Κυριακών της προετοιμασίας πριν από τη Σαρακοστή στην εκκλησία ψάλλουμε τους στίχους του 136ου Ψαλμού: "Επί των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών...". Ψάλλουμε αυτόν τον ύμνο της εξορίας και της αποξένωσης, αλλά και της μετάνοιας, της αγάπης και της επιστροφής. Να μπορούσαμε μόνο να ξεφύγουμε από τη μικρότητα της ζωής και να καταφεύγαμε στη μνήμη της καρδιάς και της ψυχής που αναγνωρίζει πως αυτή δεν μπορεί να είναι η πραγματική ζωή, δεν είναι η ζωή που θα έπρεπε πραγματικά να ζούμε. Μέσα από μια μυστηριώδη και μυστική μνήμη, η καρδιά και η ψυχή γνωρίζουν και θυμούνται τον "απολεσθέντα οίκο του Πατρός" και τη χαμένη χαρά της ζωής.
"Αναστάς πορεύσομαι...". Πόσο απλό αλλά καί πόσο δύσκολο. Από αυτά όμως τα λόγια εξαρτώνται όλα τα άλλα, στη ζωή μου αλλά και στη ζωή του κόσμου που με περιβάλλει. Όλα εξαρτώνται από την αυθεντική μετάνοια, από αυτόν το φωτισμό του νου, της καρδιάς και της ψυχής που αναγνωρίζει ταυτόχρονα το σκοτάδι, την πίκρα και τη θλίψη της πεσμένης μας ζωής, και το φως της θείας αγάπης, που προσδοκά ανά πάσα στιγμή να πληρώσει αυτή τη ζωή.
Από το βιβλίο του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, Εορτολόγιο, εκδ. Ακρίτας
23 Ιαν 2010
ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΡΗΤΗΣ, ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
Επειδή ο Τελώνης δεν είχε έργα αγαθά, ούτε να τα απαριθμήσει μπορούσε στην προσευχή του όπως ο Φαρισαίος· αλλά κτυπούσε το στήθος και μαστίγωνε την καρδία του και με πολλή συντριβή και κατάνυξη έλεγε: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Γι’ αυτό και εξιλεώνεται από τον ελεήμονα Κύριο. Διότι όλα τα αμαρτήματα τα αφανίζει η ταπεινοφροσύνη, η δε υπερηφάνεια αφανίζει όλες τις αρετές, επειδή είναι μεγαλύτερη και βαρύτερη από κάθε αμαρτία. Είναι καλύτερα, όταν αμαρτάνομε, να επιστρέφομε και να ταπεινωνόμαστε, παρά να κατορθώνουμε κάτι και μετά να υψηλοφρονούμε. Ο Τελώνης απαλλάχθηκε από τα αμάρτήματα, επειδή …δέχθηκε την κατηγορία του Φαρισαίου με πραότητα και υπομονή, ενώ ο Φαρισαίος από τη δόξα έπεσε στο βάραθρο της ατιμίας, επειδή δικαίωσε τον εαυτόν του και κατηγόρησε τον Τελώνη και τους άλλους ανθρώπους…
Δύο πράγματα απαιτούνται από όλους τους ανθρώπους, να κατακρίνομε τα δικά μας αμαρτήματα και να συγχωρούμε τα αμαρτήματα των άλλων. Διότι εκείνος που βλέπει τα δικά του αμαρτήματα, συγχωρεί πιο εύκολα τους άλλους· ενώ εκείνος που κατακρίνει τους άλλους, τον ίδιον τον εαυτόν του κατακρίνει και καταδικάζει, έστω και αν έχει πολλές αρετές. Πράγματι είναι μεγάλο πράγμα το να μη κατακρίνομε τους άλλους, αλλά τους εαυτούς μας. Εμείς όμως, αφήνοντας τις δικές μας αμαρτίες, τους άλλους ιδίως κατακρίνουμε, τους άλλους εξετάζουμε, μη γνωρίζοντας ότι ακόμη και αν είμαστε δικαιότεροι από όλους, εάν κατακρίνομε τους άλλους γινόμαστε ένοχοι και είμαστε άξιοι της ίδιας τιμωρίας και των ίδιων βασάνων των οποίων είναι άξιος και αυτός τον οποίον κρίνουμε· «Ω γαρ κρίματι κρίνετε» λέει «τούτω και κριθήσεσθε» ( Ματθ. 7,2). 22 Ιαν 2010
ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ Ι.Ν. ΑΓ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Θα έχουμε την ιδιαίτερη τιμή να φιλοξενούμε στο Πνευματικό Κέντρο του Ι. Ν. Αγίου Βασιλείου Πειραιώς, τη Δευτέρα 25 Ιανουάριου και ώρα 6 μ.μ., τον π. Θεμιστοκλή Αδαμόπουλο, που επιτελεί μεγάλο φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο στη Κένυα και στη Σιέρα Λεόνε της Αφρικής. Σε συνδυασμό με την ομιλία θα έχουμε την ευκαιρία και να παρακολουθήσουμε μέσω DVD τη θεάρεστη προσπάθειά του.
21 Ιαν 2010
Άγιος Μάξιμος Ομολογητής
Όποιος έχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους. Ξέρει πως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, και γι’ αυτό ανεξαίρετα τους αγαπάει όλους το ίδιο. Τους εναρέτους τους αγαπάει ως φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπάει ως εχθρούς και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει, αν τον βλάψουν, χωρίς να υπολογίζει καθόλου το κακό που του γίνεται. Αντίθετα, αν το καλέσει η περίσταση, πάσχει για χάρη τους, για νά τους κάνει κι αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, δεν αλλάζει τη διάθεσή του, αλλά συνεχίζει να τους αγαπάει όλους εξίσου.
20 Ιαν 2010
Ο Ήλιος της Ερήμου. O Mέγας Eυθύμιος.
Aληθινά κράζει ο προφήτης: "Aγαλλιάσθω η έρημος και ανθήτω ως κρίνον". Mε τη θρησκεία του Xριστού γεμίσανε οι ερημιές από αγίους ανθρώπους, από άνθη πνευματικά. "Kαι αντί της στιβής, αναβήσεται κυπάρισσος, αντί δε της κονίζης, αναβήσεται μυρσίνη". Kαι ο υμνωδός για τον καθένα απ' αυτούς τους αγγελικούς κατοίκους της ερήμου, που είχανε το δάκρυ καθημερινό, αλλά όχι το δάκρυ της απελπισίας, αλλά της κατανύξεως το "χαροποιόν δάκρυον" ψέλνει παθητικά: "Tαις των δακρύων σου ροαίς της ερήμου το άγονον εγεώργησας, και τοις εκ βάθους στεναγμοίς εις εκατόν τους πόνους εκαρποφόρησας, και γέγονας φωστήρ, τη οικουμένη λάμπων τοις θαύμασι, Eυθύμιε πατήρ ημών όσιε. Πρέσβευε Xριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών."
18 Ιαν 2010
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΣΤΟΝ ΚΙΘΑΙΡΩΝΑ
Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς ἔχουνε ἀκουστὰ τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Μελετίου ποὺ εἶναι στὸν Κιθαιρώνα, πλὴν δὲν γνωρίζουνε ποιὸς ἤτανε αὐτὸς ὁ ἅγιος ποὺ τὄχτισε.

Ὁ ἅγιος Μελέτιος δὲν εἶναι ντόπιος, ἀλλὰ ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Γεννήθηκε στὸ Μουταλάσκι τῆς Καππαδοκίας κατὰ τὰ 1035. Ὅπως ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ θὰ γεννηθεῖ στὸν κόσμο ἔχει κάποια κλίση, ὁ ἕνας στὰ γράμματα, ὁ ἄλλος στ' ἅρματα, ὁ ἄλλος στὸ ἐμπόριο, κι' ὁ ἄλλος σὲ ἄλλο, ἔτσι κι' ὁ Μελέτιος ἀπὸ παιδὶ εἶχε ἔμφυτη κλίση στὰ θρησκευτικά. Ἀγαποῦσε τὴν ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πρᾶγμα, δείχνοντας πὼς ἤτανε ἀπὸ κείνους ποὺ λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς «ποὺ δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἵματα, οὔτε ἀπὸ θέλημα σάρκας, οὔτε ἀπὸ θέλημα ἄνδρα, ἀλλὰ ποὺ γεννηθήκανε ἀπὸ τὸ Θεό». Γράμματα ἔμαθε λιγοστά. Κ' ἐπειδὴ θελήσανε οἱ γονιοί του νὰ τὸν παντρέψουνε, ἔφυγε ἀπὸ τὸν τόπο του ἀφήνοντας γονιούς, συγγενεῖς, φίλους, χωράφια κι' ὅ,τι ἄλλο εἶχε, καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ γίνηκε καλόγερος σ' ἕνα μοναστήρι τοῦ Χρυσοστόμου. Ἀφοῦ κάθισε τρία χρόνια σ' αὐτὸ τὸ μοναστήρι, μίσεψε καὶ πῆγε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὰ μέρη τῆς Θήβας, καὶ βρῆκε ἕνα μικρὸ μοναστηράκι τοῦ ἁγίου Γεωργίου κ' ἐκειπέρα ἡσύχασε. Μὲ τὸν καιρὸ μαθεύτηκε ἡ εὐσέβειά του καὶ πήγανε κοντά του κάμποσοι ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ καὶ βάλανε ράσο ἀπὸ γιδότριχα καὶ κάνανε κοινόβιο μοναστήρι κυβερνημένο ἀπὸ τὸν ἅγιο Μελέτιο. Μετὰ καιρό, ἄφησε στὸ πόδι τοῦ ἕνα γέροντα καὶ τράβηξε νὰ πάγει στὴ Ρώμη νὰ προσκυνήσει τὸν ἅγιο Πέτρο καὶ τὸν ἅγιο Παῦλο, κι' ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἀφοῦ ἔκανε τὸν πόθο του, γύρισε πίσω στὸ μοναστήρι καὶ τὸν καλωσορίσανε οἱ πατέρες μὲ χαρὰ μεγάλη καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Γιατὶ δὲν ἐλπίζανε νὰ ἀξιωθοῦνε πιὰ τέτοιον ἡγούμενο, πατέρα πονετικόν, ποὺ νὰ σηκώνει ἀπάνω τοῦ ὅλα τὰ βάρη καὶ νὰ μὴν ξεχωρίζει ὁλότελα τὸ ἀξίωμά του ἀπὸ τοὺς ἄλλους πατέρες. Ἀλλὰ ἴσια ἴσια ἤτανε σὲ ὅλα ὁ πιὸ ταπεινὸς ἀπ' ὅλους, πρῶτος σὲ κάθε σκληρὴ δουλειά, πρῶτος στὴ νηστεία, πρῶτος στὴν πραότητα. Φρόντιζε γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς νὰ μὴ στερηθοῦνε, τοὺς οἰκονομοῦσε ροῦχα καὶ παπούτσια καὶ κεῖνος φοροῦσε ἐπὶ χρόνια ἕνα παληόρασο ἀπὸ κατσικότριχα κι' ἕνα ζευγάρι παληοπάπουτσα, κι' ὁλοένα τὰ μπάλωνε καὶ τάραβε μὲ τὰ χέρια του δίχως νὰ τὸν δεῖ κανένας. Ἔτρωγε λιγοστὸ ψωμὶ ξερὸ κ' ἔπινε νερό. Ὡστόσο καθότανε πάντα στὴν τράπεζα μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ βίαζε τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς ἀδύνατους νὰ φᾶνε λάδι, ἐξὸν ἀπὸ τὶς νηστήσιμες μέρες. Ὁ ἴδιος ὅμως τὸν περισσότερο καιρὸ περνοῦσε μὲ ξηροφαγία, καὶ πολλὲς μέρες δὲν ἔβαζε στὸ στόμα του τίποτα ὁλότελα. Ὅσο γιὰ τὴν ἐργασία, ὁ ἴδιος σήκωνε μὲ τ' ἁγιασμένα χέρια τοῦ τὶς πιὸ βαριὲς πέτρες γιὰ νὰ χτίσουνε τὰ κελλιά, ὁ ἴδιος ἔσκαβε καὶ φυτουργοῦσε τὰ πιὸ πολλὰ κηπουρικὰ κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ λέγει στοὺς Κορινθίους: «κοπιάζουμε δουλεύοντας μὲ τὰ χέρια μας». Μὲ τέτοιον κυβερνήτη, ἐκεῖνο τὸ μοναστήρι ἔμοιαζε σὰν ἁγιασμένη κιβωτός, ποὺ καθόντανε μέσα οἱ πατέρες φυλαγμένοι ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τοῦ κόσμου, κ' ὑμνούσανε τὸ Θεὸ μὲ ἀγαλλίαση, ἀκολουθώντας τὸν ἡγούμενο ποὺ εἶχε ὁλοένα τὴν ὑμνωδία στὸ στόμα του κ' ἔλεγε πρὶν μπεῖ στὴν ἐκκλησιά: «Ἀνοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης, εἰσελθῶν ἐν αὐταῖὶς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ. Ἐν ἐκκλησίαις εὐλογήσω σε, Κύριε. Ἑσπέρας καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρίας διηγήσομαι καὶ ἀπαγγελῶ τὰ θαυμάσιά σου. Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἤνεσά σε. Ὅλην τὴν ἡμέραν διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖρας μου». Τὴ νύχτα ξαγρυπνοῦσε μὲ τὴν προσευχὴ κι' ὅποτε τὸν βίαζε ἡ ἀνάγκη τῆς φύσης, ξάπλωνε σὲ μία ψάθα γιὰ λίγη ὥρα κ' ὕστερα σηκωνότανε κ' ἔλεγε τὸν ψαλμὸ τοῦ Δαυΐδ: «Μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην τοῦ ἐξομολογεῖσθαι σοὶ ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου».

Ὁ ἅγιος Μελέτιος δὲν εἶναι ντόπιος, ἀλλὰ ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Γεννήθηκε στὸ Μουταλάσκι τῆς Καππαδοκίας κατὰ τὰ 1035. Ὅπως ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ θὰ γεννηθεῖ στὸν κόσμο ἔχει κάποια κλίση, ὁ ἕνας στὰ γράμματα, ὁ ἄλλος στ' ἅρματα, ὁ ἄλλος στὸ ἐμπόριο, κι' ὁ ἄλλος σὲ ἄλλο, ἔτσι κι' ὁ Μελέτιος ἀπὸ παιδὶ εἶχε ἔμφυτη κλίση στὰ θρησκευτικά. Ἀγαποῦσε τὴν ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πρᾶγμα, δείχνοντας πὼς ἤτανε ἀπὸ κείνους ποὺ λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς «ποὺ δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἵματα, οὔτε ἀπὸ θέλημα σάρκας, οὔτε ἀπὸ θέλημα ἄνδρα, ἀλλὰ ποὺ γεννηθήκανε ἀπὸ τὸ Θεό». Γράμματα ἔμαθε λιγοστά. Κ' ἐπειδὴ θελήσανε οἱ γονιοί του νὰ τὸν παντρέψουνε, ἔφυγε ἀπὸ τὸν τόπο του ἀφήνοντας γονιούς, συγγενεῖς, φίλους, χωράφια κι' ὅ,τι ἄλλο εἶχε, καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ γίνηκε καλόγερος σ' ἕνα μοναστήρι τοῦ Χρυσοστόμου. Ἀφοῦ κάθισε τρία χρόνια σ' αὐτὸ τὸ μοναστήρι, μίσεψε καὶ πῆγε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὰ μέρη τῆς Θήβας, καὶ βρῆκε ἕνα μικρὸ μοναστηράκι τοῦ ἁγίου Γεωργίου κ' ἐκειπέρα ἡσύχασε. Μὲ τὸν καιρὸ μαθεύτηκε ἡ εὐσέβειά του καὶ πήγανε κοντά του κάμποσοι ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ καὶ βάλανε ράσο ἀπὸ γιδότριχα καὶ κάνανε κοινόβιο μοναστήρι κυβερνημένο ἀπὸ τὸν ἅγιο Μελέτιο. Μετὰ καιρό, ἄφησε στὸ πόδι τοῦ ἕνα γέροντα καὶ τράβηξε νὰ πάγει στὴ Ρώμη νὰ προσκυνήσει τὸν ἅγιο Πέτρο καὶ τὸν ἅγιο Παῦλο, κι' ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἀφοῦ ἔκανε τὸν πόθο του, γύρισε πίσω στὸ μοναστήρι καὶ τὸν καλωσορίσανε οἱ πατέρες μὲ χαρὰ μεγάλη καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Γιατὶ δὲν ἐλπίζανε νὰ ἀξιωθοῦνε πιὰ τέτοιον ἡγούμενο, πατέρα πονετικόν, ποὺ νὰ σηκώνει ἀπάνω τοῦ ὅλα τὰ βάρη καὶ νὰ μὴν ξεχωρίζει ὁλότελα τὸ ἀξίωμά του ἀπὸ τοὺς ἄλλους πατέρες. Ἀλλὰ ἴσια ἴσια ἤτανε σὲ ὅλα ὁ πιὸ ταπεινὸς ἀπ' ὅλους, πρῶτος σὲ κάθε σκληρὴ δουλειά, πρῶτος στὴ νηστεία, πρῶτος στὴν πραότητα. Φρόντιζε γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς νὰ μὴ στερηθοῦνε, τοὺς οἰκονομοῦσε ροῦχα καὶ παπούτσια καὶ κεῖνος φοροῦσε ἐπὶ χρόνια ἕνα παληόρασο ἀπὸ κατσικότριχα κι' ἕνα ζευγάρι παληοπάπουτσα, κι' ὁλοένα τὰ μπάλωνε καὶ τάραβε μὲ τὰ χέρια του δίχως νὰ τὸν δεῖ κανένας. Ἔτρωγε λιγοστὸ ψωμὶ ξερὸ κ' ἔπινε νερό. Ὡστόσο καθότανε πάντα στὴν τράπεζα μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ βίαζε τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς ἀδύνατους νὰ φᾶνε λάδι, ἐξὸν ἀπὸ τὶς νηστήσιμες μέρες. Ὁ ἴδιος ὅμως τὸν περισσότερο καιρὸ περνοῦσε μὲ ξηροφαγία, καὶ πολλὲς μέρες δὲν ἔβαζε στὸ στόμα του τίποτα ὁλότελα. Ὅσο γιὰ τὴν ἐργασία, ὁ ἴδιος σήκωνε μὲ τ' ἁγιασμένα χέρια τοῦ τὶς πιὸ βαριὲς πέτρες γιὰ νὰ χτίσουνε τὰ κελλιά, ὁ ἴδιος ἔσκαβε καὶ φυτουργοῦσε τὰ πιὸ πολλὰ κηπουρικὰ κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ λέγει στοὺς Κορινθίους: «κοπιάζουμε δουλεύοντας μὲ τὰ χέρια μας». Μὲ τέτοιον κυβερνήτη, ἐκεῖνο τὸ μοναστήρι ἔμοιαζε σὰν ἁγιασμένη κιβωτός, ποὺ καθόντανε μέσα οἱ πατέρες φυλαγμένοι ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τοῦ κόσμου, κ' ὑμνούσανε τὸ Θεὸ μὲ ἀγαλλίαση, ἀκολουθώντας τὸν ἡγούμενο ποὺ εἶχε ὁλοένα τὴν ὑμνωδία στὸ στόμα του κ' ἔλεγε πρὶν μπεῖ στὴν ἐκκλησιά: «Ἀνοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης, εἰσελθῶν ἐν αὐταῖὶς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ. Ἐν ἐκκλησίαις εὐλογήσω σε, Κύριε. Ἑσπέρας καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρίας διηγήσομαι καὶ ἀπαγγελῶ τὰ θαυμάσιά σου. Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἤνεσά σε. Ὅλην τὴν ἡμέραν διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖρας μου». Τὴ νύχτα ξαγρυπνοῦσε μὲ τὴν προσευχὴ κι' ὅποτε τὸν βίαζε ἡ ἀνάγκη τῆς φύσης, ξάπλωνε σὲ μία ψάθα γιὰ λίγη ὥρα κ' ὕστερα σηκωνότανε κ' ἔλεγε τὸν ψαλμὸ τοῦ Δαυΐδ: «Μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην τοῦ ἐξομολογεῖσθαι σοὶ ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου».
17 Ιαν 2010
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: «Καλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχεις, ἀλλὰ νὰ ζεῖς εἶναι ἄλλο πρᾶγμα»
Οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια, καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, μπάλλες, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα, ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, ἠλίθιους καρνάβαλους, συλλόγους λογῆς-λογῆς μὲ γεύματα καὶ μὲ σοβαρὲς συζητήσεις γιὰ τὸν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου, συνδέσμους ἀφιερωμένους στοὺς ἀποθεωμένους ἄνδρας τῆς Εὐρώπης κι ἕνα σωρὸ ἀλλὰ τέτοια. Αὐτή, μὲ μιὰ ματιά, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητας σήμερα, ποὺ νὰ μὴν ἀβασκαθεῖ! Ποῦ νὰ βρεῖ κανένας καταφύγιο; ... -Δόξα στὸν Θεό, ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα κάποιο καταφύγιο γιὰ μᾶς ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε «τὸ μεγαλεῖο της ἐποχῆς μας». Δόξα στὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα κάποιοι τόποι ποὺ δὲν τοὺς ἐξήρανε αὐτὴ ἡ φυλλοξήρα ποὺ λέγεται σύγχρονος πολιτισμός.
«Καλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχεις, ἀλλὰ νὰ ζεῖς εἶναι ἄλλο πρᾶγμα»
«Καλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχεις, ἀλλὰ νὰ ζεῖς εἶναι ἄλλο πρᾶγμα»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









